Thoughts and opinions on Greece's economy, society, politics, foreign trade

Posts tagged ‘Τι είναι brand και branding’

Brand και branding

Ο καταναλωτής, στις μέρες μας, βομβαρδίζεται με μηνύματα υπέρ των πλεονεκτημάτων διαφόρων προϊόντων που προσπαθούν να κερδίσουν την μόνιμη ή μονιμότερη  εύνοιά του. Πολλά από τα προϊόντα αυτά το έχουν καταφέρει σε κάποιο, μικρότερο ή μεγαλύτερο, βαθμό. Πρόκειται για προϊόντα που είναι γνωστά και ως brands[1].

1. Τι είναι brand και branding

Οι επιχειρήσεις με την δημιουργία brands, επιδιώκουν μια στενότερη σχέση με τους πελάτες τους, με απώτερο στόχο την επικράτησή τους στις καθημερινά όλο και πιο ανταγωνιστικές αγορές. Μεγάλα ονόματα, όπως Apple, BMW, Sony, Samsung, Nestle, L’Oreal, Rolex και πολλές χιλιάδες άλλα ακόμα είναι πασίγνωστα διεθνώς με εκατομμύρια αφοσιωμένους αγοραστές.  

Τι είναι όμως brand και branding;

Τι είναι brand;

Η έννοια του brand είναι πολύ παλιά. Ήδη, οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, σύμφωνα με σχετικά ευρήματα, χρησιμοποιούσαν το αποτύπωμα με πυρακτωμένο σίδερο για να χαρακτηρίσουν την ιδιοκτησία ζώων. Στην εποχή μας, πολλοί από εμάς γνωρίσαμε την ίδια αυτή τεχνική του brand ή ελληνιστί της πυροσφραγίδας, μέσα από τις αμερικανικές κινηματογραφικές ταινίες western.

Στην πορεία του χρόνου, το brand ή πυροσφραγίδα, πέρα από την ιδιοκτησία, άρχισε να συμβολίζει και την ποιότητα. Προϊόντα που έφεραν πυροσφραγίδα θεωρούνταν καλύτερης και σταθερότερης ποιότητας και οι αγοραστές τα προτιμούσαν, ενώ ήταν διατεθειμένοι να καταβάλλουν και υψηλότερες τιμές.

Σύμφωνα με το Business Dictionary (https://www.businessdictionary.com/definition/brand.html), brand είναι ένα μοναδικό σχέδιο, σήμα, σύμβολο, λέξεις ή συνδυασμός των παραπάνω, που χρησιμοποιείται για την δημιουργία μιας εικόνας που προσδιορίζει ένα προϊόν και το διαφοροποιεί από τα αντίστοιχα ανταγωνιστικά. Η εικόνα αυτή, με την πάροδο του χρόνου, αρχίζει να συνδέεται με ένα επίπεδο αξιοπιστίας, ποιότητας και ικανοποίησης στο μυαλό του αγοραστή.

Από τον παραπάνω ορισμό διαπιστώνουμε ότι στην πορεία του χρόνου η έννοια του brand έχει διευρυνθεί και αναφέρεται, πέρα από την ιδιοκτησία και την ποιότητα, και στα συναισθήματα του αγοραστή απέναντι στο προϊόν ή και στην επιχείρηση που το προσφέρει.  

Σήμερα, ιδιαίτερα η συναισθηματική σχέση με τον αγοραστή είναι το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο ενός brand. Είναι η πεποίθηση και η ικανοποίησή του ότι το προϊόν που επιλέγει είναι το καλύτερο. Η επιχείρηση προσπαθεί με το brand της να εκφράσει ακριβώς αυτή την υπόσχεση. 

Πέρα από ένα απτό προϊόν, ένα brand μπορεί να αφορά μια υπηρεσία, ένα γεγονός (π.χ. μια επαναλαμβανόμενη διοργάνωση), ένα άτομο (π.χ. ένα πολιτικό, καλλιτέχνη), ένα τόπο (π.χ. μια χώρα, μια πόλη, ένα νησί), μια ιδιοκτησία, ένα οργανισμό, μια οργάνωση, ακόμη και μια ιδέα (βλ. Kotler & Keller, 2015).     

Τι είναι branding;

Branding είναι η διαδικασία μάρκετινγκ, με την οποία η επιχείρηση προσπαθεί να δημιουργήσει ένα brand ή να αναπροσδιορίσει ένα υπάρχον (re-branding), με σκοπό να εδραιώσει στα μυαλά των αγοραστών μια θετική αντίληψη για το προϊόν της, διαφοροποιημένη σε σχέση με τους ανταγωνιστές της και να προσελκύσει και να διατηρήσει αφοσιωμένους πελάτες.

Η δημιουργία αφοσιωμένων πελατών αποτελεί όραμα και επιδίωξη κάθε επιχείρησης, ιδιαίτερα υπό συνθήκες έντονου ανταγωνισμού. Στα πλαίσια του μάρκετινγκ, οι  διαδικασίες επιλογής αγοράς ή αγορών, μέσα από την τμηματοποίηση της ευρύτερης αγοράς και η τοποθέτηση του προϊόντος (product positioning) σε κάθε μια από αυτές τις αγορές, είναι διαδικασίες που σχετίζονται στενά με την έννοια του branding.  

Μεγάλα, πετυχημένα brands, δεν δημιουργούνται από την μια μέρα στην άλλη. Απαιτούν πολλή δουλειά, αφοσίωση στον στόχο, πολύ χρόνο και φυσικά εφαρμογή των κατάλληλων πολιτικών και πρακτικών.

Οι εξειδικευμένες στο αντικείμενο εταιρείες συμβούλων επιχειρήσεων συνήθως συντάσσουν ένα κείμενο εργασίας (branding brief), όπου καταγράφονται αυτές οι κατάλληλες πολιτικές και πρακτικές, με χρονοδιαγράμματα εφαρμογής, τα απαιτούμενα μέσα (οικονομικά, προσωπικό) κ.ά. Το κείμενο αυτό αποτελεί ένα είδος οδικού χάρτη για την επίτευξη του στόχου. Προσαρμόζεται στις ανάγκες και απαιτήσεις κάθε επιχείρησης και περιλαμβάνει θέματα, όπως τα παρακάτω:

Τους στόχους δημιουργίας του brand, ανάλυση της υφιστάμενης κατάστασης της επιχείρησης, ανάλυση της αγοράς (τμήμα αγοραστών), στην οποία  δραστηριοποιείται η επιδιώκει να δραστηριοποιηθεί η επιχείρηση, ανάλυση του ανταγωνισμού, την στρατηγική που θα εφαρμοσθεί για την επίτευξη των στόχων, το σύστημα αξιών του brand ( αξίες του brand), τον προϋπολογισμό του έργου κ.ά.

2. Πλεονεκτήματα του branding για την επιχείρηση

Η δημιουργία brands συνδέεται με σημαντικά πλεονεκτήματα για την επιχείρηση. Γι’αυτό και δεν πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις καταβάλλουν μεγάλες προσπάθειες για την δημιουργία τους. Στον κατάλογο που ακολουθεί αναφέρονται ορισμένα από τα σημαντικότερα αυτά πλεονεκτήματα:

Τα brands βοηθούν την επιχείρηση:

  • Να ξεχωρίσει έναντι των ανταγωνιστών της. Σε συνθήκες έντονου ανταγωνισμού, όπως ομολογουμένα είναι οι αγορές σήμερα, οι επιχειρήσεις επιδιώκουν να ξεχωρίσουν από τους  ανταγωνιστές τους, προσπαθώντας να αποκτήσουν συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως μπορεί να εξελιχθεί ένα καλά μελετημένο brand,
  • Να αποκτήσει αφοσιωμένους αγοραστές. Όταν η επιχείρηση καταφέρει οι αγοραστές στους οποίους απευθύνεται να ταυτίζονται με τις αξίες που εκπροσωπεί το brand της, δένονται συναισθηματικά μαζί του και μετατρέπονται σε αφοσιωμένους πελάτες,
  • Να αναπτυχθεί παραπέρα, (α) με την προσέλκυση νέων πελατών, και (β) με την τοποθέτηση στην αγορά νέων προϊόντων,
  • Να διευρύνει τον βαθμό αναγνωρισιμότητάς της, γεγονός που θα συμβάλλει στην παραπέρα εδραίωσή της στην αγορά,  
  • Να καταστεί ανθεκτικότερη σε αρνητικές συγκυρίες της οικονομίας. Ένα εξαιρετικό παράδειγμα στην περίπτωση αυτή αποτελεί π.χ. η Rolex, η οποία κατά την πρόσφατη οικονομική κρίση στην Ελλάδα διπλασίασε τις πωλήσεις της μεταξύ 2008 και 2018[2],
  • Να αυξήσει τον βαθμό αφοσίωσης του προσωπικού της.  Το αφοσιωμένο προσωπικό αισθάνεται υπερήφανο που συμβάλλει στην παραγωγή ενός πετυχημένου brand, γεγονός που έχει σαν αποτέλεσμα την ικανοποίηση και την αυξημένη παραγωγικότητά του, 
  • Να διευρύνει την εμπορική αξία της. Τα brands ανήκουν στα άυλα περιουσιακά στοιχεία και ως εκ τούτου η αξία τους (brand equity) προσθέτει στην συνολική αξία της επιχείρησης,
  • Να πετύχει καλύτερη τιμή. Οι αφοσιωμένοι αγοραστές ενός brand είναι κατά κανόνα διατεθειμένοι να καταβάλλουν μεγαλύτερη τιμή σε σχέση με τα  ανταγωνιστικά προϊόντα,  
  • Να εξασφαλίσει ευκολώτερα διανομέα. Οι ενδιάμεσοι (διανομείς, αντιπρόσωποι κλπ.), για πολλούς λόγους, προτιμούν να αναλαμβάνουν προϊόντα που είναι brands.

3. Οι δύο συνιστώσες της έννοιας του brand

Η έννοια του brand είναι η συνισταμένη δύο συνιστωσών. Της «εξωτερικής» ή ταυτότητας του brand και της «εσωτερικής» συνιστώσας.  

  • Η “εξωτερική συνιστώσα” ή ταυτότητα του brand

Η «εξωτερική» συνιστώσα ή ταυτότητα του brand (brand identity) είναι το εξωτερικό παρουσιαστικό του brand. Περιλαμβάνει τα στοιχεία εκείνα, με τα οποία η επιχείρηση επιδιώκει να το ταυτοποιεί και να το αναγνωρίζει η αγορά. Πρόκειται για τον  τρόπο, με τον οποίο θα ήθελε η επιχείρηση να αντιλαμβάνονται το brand της οι αγοραστές.  

Ορισμένα από τα πιο βασικά στοιχεία της ταυτότητας ενός brand είναι:

  • To όνομα (brand-name),
  • Το λογότυπο που αποτελεί και το κυρίως σύμβολο της ταυτότητας του brand,
  • Τα χρώματα, τα γραφικά, η γραμματοσειρά και το στιλ που επιλέγονται να πλαισιώνουν την επικοινωνία της επιχείρησης (αλληλογραφία, εσωτερική-εξωτερική σχετικά με το συγκεκριμένο brand, παντός είδους διαφημιστικές καταχωρήσεις, email, ιστοσελίδα, κοινωνικά δίκτυα, οποιαδήποτε έντυπα ενημέρωσης ή προβολής, προσωπικές κάρτες κλπ.), όπως και τις διάφορες συσκευασίες (προϊόντος, διακίνησης κλπ.),
  • Το κυρίαρχο μήνυμα (slogan).

Η ταυτότητα του brand το κάνει μοναδικό. Με αυτή ξεχωρίζει από τα ανταγωνιστικά brands. Η επιχείρηση, με τα μέσα επικοινωνίας που διαθέτει, προσπαθεί να την εδραιώσει στο μυαλό των αγοραστών ως την εικόνα, με την οποία θα ήθελε αυτοί να  αντιλαμβάνονται το brand της.  

Στην πραγματικότητα, ωστόσο, οι αγοραστές σχηματίζουν στο μυαλό τους μια εικόνα, η οποία βασίζεται στην προσωπική τους εμπειρία από το brand. Αυτή η εικόνα του brand (brand image)  δεν είναι οπωσδήποτε εκείνη της ταυτότητάς του, δηλαδή εκείνη την οποία θα ήθελε η επιχείρηση να εμπεδώσει στο μυαλό των αγοραστών. Η brand image είναι αυτό που αντιπροσωπεύει το brand στην αγορά, δηλαδή η αντίληψη που έχουν διαμορφώσει οι αγοραστές για το brand με βάση την προσωπική τους εμπειρία.

  • H «εσωτερική» συνιστώσα του brand

H «εσωτερική» συνιστώσα του brand αναφέρεται στους συναισθηματικούς και ψυχολογικούς συνειρμούς που το brand προκαλεί στον πελάτη.

Τα εξωτερικά στοιχεία, η ταυτότητα του brand, συμβάλλουν στην ταυτοποίηση και την αναγνώρισή του από τον πελάτη, ενώ τα στοιχεία που οδηγούν σε ισχυρότερους συναισθηματικούς και ψυχολογικούς δεσμούς με αυτό, που τον μετατρέπουν σε ένα αφοσιωμένο πελάτη, είναι οι αξίες του brand.

Οι αξίες του brand εκπορεύονται από το σύστημα αξιών, πάνω στις βάσεις του οποίου έχει οικοδομηθεί και λειτουργεί η επιχείρηση. Oι αξίες αυτές είναι στενά συνδεδεμένες με την ή τις αγορές που επέλεξε η επιχείρηση να εξυπηρετεί, αφού στις αγορές αυτές οφείλει την ύπαρξη και την ανάπτυξή της.

Πάντως, ενώ οι αξίες της επιχείρησης προσδιορίζονται από την ίδια, οι αξίες του brand επηρεάζονται μεν από την επιχείρηση, αλλά προσδιορίζονται κυρίως από την αγορά, δηλαδή από την ομάδα αγοραστών στην οποία απευθύνεται με το brand της η επιχείρηση.

Η εμπειρία των αγοραστών από το brand είναι το στοιχείο που προσδιορίζει την αντίληψή τους για αυτό. Εάν οι αξίες του brand, όπως τις αντιλαμβάνονται οι αγοραστές, είναι σύμφωνες με τις δικές τους αξίες, τότε κατά πάσα πιθανότητα θα το εντάξουν στις προτιμήσεις τους και θα γίνουν αφοσιωμένοι αγοραστές του.  

Όπως γίνεται αντιληπτό, η επιχείρηση έχει συμφέρον να διερευνήσει τις αξίες των αγοραστών, όπως αυτές διασμορφώνονται από τις προσωπικές τους εμπειρίες με το brand και να μεριμνήσει να προσαρμόσει το σύστημα αξιών (κατάλογο) του υπό διαμόρφωση brand της, ώστε αυτό να ανταποκρίνεται σε εκείνες των αγοραστών.

Ο κατάλογος αξιών του brand μπορεί να περιέχει 5-10 ή και περισσότερες αξίες, οι αγοραστές όμως, κατά κανόνα,  θα προσδιορίσουν ένα brand με μια μόνο αξία του, όπως π.χ. «ανώτερη ποιότητα», «χαμηλή τιμή», «καλή εξυπηρέτηση», «δημιουργικότητα», «κομψότητα» κ.ο.κ., ανάλογα με την περίπτωση.

Η απόφαση για την επιλογή της μιας αυτής αξίας είναι άκρως σημαντική για την επιχείρηση. Πρέπει να εκφράζει τις θέσεις της και να την αντιπροσωπεύει προς κάθε κατεύθυνση. Τόσο προς την πλευρά των πελατών, όσο και προς την πλευρά του  προσωπικού της και γενικά προς όλους με τους οποίους συνεργάζεται.

Την μία αυτή αξία, η επιχείρηση θα επιδιώξει να την προβάλλει σαν την υπόσχεση του brand της προς τους αγοραστές. Αυτός είναι ο λόγος που πολλοί ειδικοί ισχυρίζονται ότι ένα brand δεν είναι παρά μια υπόσχεση προς την αγορά του, προς την ομάδα αγοραστών δηλαδή στην οποία στοχεύει.      

Μερικά παραδείγματα επιτυχημένων υποσχέσεων brand είναι τα παρακάτω:

  • Nike: “To bring inspiration and innovation to every athlete in the world.”
  • Starbucks: “To inspire and nurture the human spirit—one person, one cup, and one neighborhood at a time.”
  • Coca-Cola – “To refresh the world… To inspire moments of optimism and uplift… To create value and make a difference.”
  • BMW: “The ultimate driving machine”
  • Lego: “Endless Play”
  • Save the duck: “to improve the sustainability of our company by respecting the environment, animals and humanity. Be a part of this revolution”[3]
  • Λουμίδης Παπαγάλος: «ό,τι το εκλεκτό, άριστης ποιότητας χαρμάνι κι η αυθεντική τέχνη του καβουρδίσματος και της άλεσης δίνουν σε ένα φλυτζάνι ελληνικού καφέ»
  • ΑΒ Βασιλόπουλος: «Η χαρά να δίνεις το καλύτερο»

Βασικά χαρακτηριστικά ενός πετυχημένου brand

Τα χαρακτηριστικά ενός πετυχημένου brand είναι ένα σύνολο γνωρισμάτων που προβάλλουν τις πτυχές της φύσης και της προσωπικότητάς του. Τα χαρακτηριστικά του brand συμβάλλουν στην διαμόρφωση της ταυτότητάς του.

Ορισμένα από τα πιο σημαντικά αυτά χαρακτηριστικά είναι τα εξής:

  • Συνέπεια. Ένα brand μπορεί να χαρακτηρισθεί συνεπές όταν η επιχείρηση προσπαθεί, ώστε τα μηνύματα και γενικά η πληροφόρηση που διαχέει στην αγορά σχετικά με το brand, δεν απέχουν από τις βασικές αξίες του και την υπόσχεσή του στους αγοραστές.
  • Αξιοπιστία. Ένα πετυχημένο brand τηρεί την υπόσχεση που έχει δώσει στους πελάτες. Η επικοινωνία με την αγορά γίνεται με πραγματικούς όρους. Χωρίς υπερβολές, αλλά και χωρίς ταπεινοφροσύνη. Διαμηνύει, δηλαδή, και προβάλλει με θάρρος και παρρησία αυτό που πραγματικά είναι.
  • Σχετικότητα. Σχετικότητα σημαίνει ότι το brand ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των πελατών και τους προσφέρει τις λύσεις που αναμένουν.
  • Μοναδικότητα. Ένα πετυχημένο brand είναι μοναδικό και ξεχωρίζει από τον ανταγωνισμό.

4. Η ελληνική μικρομεσαία εξαγωγική επιχείρηση και το branding

Το πρώτο συμπέρασμα που εξάγεται από τα παραπάνω διαλαμβανόμενα είναι ότι το branding είναι επωφελές για μια επιχείρηση και ότι στο μέτρο που εντείνεται ο ανταγωνισμός, με την προϊούσα μάλιστα παγκοσμιοποίηση των αγορών, αποτελεί ίσως και αναγκαία προϋπόθεση για επιβίωση και ανάπτυξη κάθε επιχείρησης[4].

Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι πρόκειται για ένα περίπλοκο, χρονοβόρο όσο και δαπανηρό εγχείρημα.

Για ένα πετυχημένο brand, απαιτούνται: αποφασισμένη και στιβαρή διοίκηση, επισταμένη έρευνα αγοράς και αρκετός χρόνος. Η αναγκαία  εξειδίκευση, εξ’άλλου, κάνει την συνεργασία με εξειδικευμένη εταιρεία, με ικανή μάλιστα προηγούμενη εμπειρία, αναπόφευκτη.  Πέρα από την διοίκηση, πρέπει και το προσωπικό  να υιοθετήσει και να συμβάλλει έμπρακτα στην προσπάθεια, γεγονός που κάνει αναγκαία και την κατάλληλη επιχειρηματική κουλτούρα. Τέλος, το όλο εγχείρημα και ειδικότερα το σκέλος της επικοινωνίας και προβολής θα απαιτήσει και σημαντική δαπάνη.

Κατόπιν των παραπάνω, το ερώτημα που τίθεται είναι, αν είναι σκόπιμο για την  μικρομεσαία ελληνική εξαγωγική επιχείρηση να  ασχοληθεί με το branding.

Κατά την άποψη του γράφοντα, κάθε μικρομεσαία ελληνική εξαγωγική επιχείρηση πρέπει τουλάχιστον να το ψάξει. Να προσεγγίσει μια εξειδικευμένη ελληνική εταιρεία ή έστω ένα ικανό σύμβουλο μάρκετινγκ και κατ’αρχήν να ενημερωθεί. Η μικρομεσαία εξαγωγική επιχείρηση που προσφέρει ένα προϊόν, με καλές προοπτικές στις ξένες αγορές, ένα διεθνώς εμπορεύσιμο προϊόν, όπως συνηθίζεται να λέγεται τελευταία, καλό είναι να διερευνήσει την εμπλοκή της και να προχωρήσει παραπέρα. Μακροπρόθεσμα, τα οφέλη θα είναι εμφανή.  

Σε κάθε περίπτωση, η υιοθέτηση έστω της πρώτης συνιστώσας του brand , δηλαδή της δημιουργίας μιας ταυτότητας, θα είναι ένα σημαντικό βήμα προς την σωστή κατεύθυνση. Η υιοθέτηση ενός ονόματος  (brand-name), η δημιουργία ενός λογότυπου, η επιλογή μιας γραμματοσειράς, η ευθυγράμμιση όλης της αλληλογραφίας, και ό,τι προβλέπεται σε αυτό το στάδιο, θα είναι μια σοβαρή προσπάθεια βελτίωσης τουλάχιστον της παρουσίασης[5] της επιχείρησης προς τον έξω κόσμο που θα εκτιμηθεί από τους ενδιάμεσους (εισαγωγείς, αντιπροσώπους κλπ.) και φυσικά από τους αγοραστές. Και, θα είναι ένα βήμα-πρόδρομος για μια ολοκληρωμένη διαδικασία branding.

Από ό,τι φαίνεται το branding στην Ελλάδα δεν υπήρξε ιδιαίτερα αναπτυγμένο μέχρι τώρα, μάλιστα ούτε κάν  μεταξύ των μεγαλύτερων επιχειρήσεων. Μεταξύ άλλων λόγων, είναι πιθανό, να μην υπήρξε η ανάγκη λόγω του σχετικά μικρού μεγέθους και άλλων ιδιαιτεροτήτων της ελληνικής αγοράς.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να αναπτυχθεί από τώρα και στο εξής, καθώς μάλιστα γίνεται λόγος για την επιτακτική ανάγκη η ελληνική οικονομία να γίνει περισσότερο εξωστρεφής, πράγμα που μοιραία συνεπάγεται την εμπλοκή των επιχειρήσεων σε μεγαλύτερες αγορές. Για τις αγορές αυτές, πιστεύω, το branding θα είναι ένα χρήσιμο εργαλείο μάρκετινγκ για την διείσδυση και εδραίωση των ελληνικών εξαγωγικών επιχειρήσεων. 

Στην επόμενη ανάρτησή θα παρουσιάσουμε την πολιτική τιμολόγησης.

Γιάννης Παπαδημητρίου                                                              30/12/2019

Υ.Γ.                                                                                                                                      Η παρούσα ανάρτηση, όπως και οι προηγούμενες πάνω σε θέματα μάρκετινγκ και εξαγωγών, προέρχεται από μπροσούρα-εγχειρίδιο, με θέμα «Εξαγωγές για την Μικρομεσαία Ελληνική Επιχείρηση» που επεξεργάζεται ο γράφων.


[1] Πρέπει να σημειώσω ότι όσο και αν το έψαξα δεν μπόρεσα να βρω στην ελληνική βιβλιογραφία πειστική μετάφραση του όρου brand. Γίνεται βέβαια συχνά  λόγος για μάρκα, αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι η λέξη αυτή αποδίδει πλήρως την έννοια του brand. Έτσι, επέλεξα να χρησιμοποιήσω για τις ανάγκες αυτής της ανάρτησης τον αγγλικό όρο.   

[2] Ο κύκλος εργασιών της Rolex στην Ελλάδα, από 28,1 το 2008 ανήλθε στα 56,4  εκ. Ευρώ το 2018. Μολονότι σημαντική συμμετοχή στην εξέλιξη αυτή είχαν και οι ξένοι τουρίστες, το μεγαλύτερο ποσοστό αγορών προήλθε από Έλληνες, οι οποίοι, κατά τα λεγόμενα της ίδιας της εταιρείας, «αντιμετωπίζουν το ελβετικό ρολόι ως μορφή επένδυσης, αξιοπιστίας και status symbol”,  (βλ. Ηλία Μπέλλου, «Το ρολόι των ρεκόρ στα χρόνια της κρίσης», Καθημερινή/Οικονομία, 8/9/2019) . 

[3] H Save the Duck S.p.A. είναι μια ιταλική επιχείρηση ετοίμων ενδυμάτων, η οποία προωθεί τα προϊόντα της υποσχόμενη στους αγοραστές ότι προστατεύει το περιβάλλον, τα ζώα και την ανθρωπότητα. Είναι χαρακτηριστικό το σλόγκαν τους «We respect Animals”, καθώς και το λογότυπό τους που είναι μια πάπια σε συνδυασμό με την φράση “Save the duck”. Προφανώς η επιχείρηση στοχεύει στο θυμικό της ομάδας αγοραστών, που πληθαίνουν καθημερινά, οι οποίοι είναι ευαισθητοποιημένοι σε ό,τι αφορά στο περιβάλλον και στα ζώα σε σχέση με τον άνθρωπο. Υπέπεσε στην αντίληψή μου, όταν σε ένα καινούριο μπουφάν που αγόρασα, πρόσεξα ενσωματωμένες 4 ετικέτες, μεταξύ των οποίων δύο με ό,τι περιέγραψα παραπάνω. 

[4] Η περίπτωση της Save the Duck είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα ευρωπαϊκής επιχείρησης που προσπαθεί μέσα από την διαδικασία branding να σταθεί στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια αγορά έτοιμου ενδύματος που κυριαρχείται, όπως είναι γνωστό, από χώρες προέλευσης χαμηλού εργατικού κόστους. Βλ. https://www.savetheduck.it/ce_en/

[5] Στις πάμπολλες διεθνείς εμπορικές εκθέσεις, σε όλες τις χώρες που υπηρέτησα, στις οποίες την εποχή εκείνη ορίζονταν υπεύθυνος του Ελληνικού περιπτέρου ο εκάστοτε προϊστάμενος του αρμόδιου Γραφείου ΟΕΥ, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω πολλούς Έλληνες εκθέτες. Σε αρκετές περιπτώσεις, έβλεπα στα ατομικά περίπτερα  ονομασίες των επιχειρήσεων που αντιστοιχούσαν στα επώνυμα των ιδιοκτητών. Είναι γνωστό, ότι τα επώνυμά των Ελλήνων είναι κατά κανόνα μεγάλα, σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα πολύ μεγάλα, πράγμα το οποίο δυσκόλευε τους ξένους επισκέπτες να τα διαβάσουν και πολύ περισσότερο να τα προφέρουν. Ιδιαίτερη δυσκολία είχαν οι Αμερικανοί, οι οποίοι, όπως είναι γνωστό, συνηθίζουν να περικόπτουν ακόμη και τα μικρά ονόματά τους ή απλά να χρησιμοποιούν τα αρχικά γράμματα ονόματος και επωνύμου, όπως π.χ. J.F.K. (John Fitzerald Kennedy), J.K. (Jimmy Karter), J.R. κ.ο.κ.  Το γεγονός αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η πρώτη τουλάχιστον επαφή να μην είναι οπωσδήποτε εύκολη που πολλές φορές αυτό σήμαινε ότι ο επισκέπτης δεν προσέγγιζε καθόλου το περίπτερο και έτσι χάνονταν πολύτιμες ευκαιρίες γνωριμίας.  

Tag Cloud

%d bloggers like this: