Thoughts and opinions on Greece's economy, society, politics, foreign trade

Posts tagged ‘συγκριτικό πλεονέκτημα’

Βαθμός ετοιμότητας επιχείρησης για εξαγωγική δραστηριοποίηση

Επειδή η προσπάθεια συστηματικής ή δυναμικής εξαγωγικής δραστηριοποίησης συνεπάγεται μια μάλλον σοβαρή επένδυση χρόνου και πόρων, είναι σκόπιμο η επιχείρηση να εξετάσει ποιες προϋποθέσεις πληροί ήδη, ποια και τι είδους κενά υπάρχουν και τι πρέπει να γίνει για να καλυφθούν αυτά τα κενά, πριν προχωρήσει στην υλοποίηση οποιωνδήποτε βημάτων σχετικά με εξαγωγές.

Το επίπεδο ετοιμότητας της επιχείρησης για εξαγωγική δραστηριότητα μπορεί να διαπιστωθεί μέσα από τις απαντήσεις σε μια σειρά ερωτημάτων που θα υποβάλλει η ίδια στον εαυτό της.

Μερικά από τα ερωτήματα αυτά είναι τα εξής:

  • Γιατί επιθυμεί η επιχείρηση να εμπλακεί στις εξαγωγές και τι οφέλη προσδοκά από αυτή την δραστηριότητα;
  • Το προϊόν (η υπηρεσία) που θέλει να εξαγάγει είναι διεθνώς εμπορεύσιμο; Η πλειοψηφία των προϊόντων (και πολλές υπηρεσίες) είναι κατά κανόνα διεθνώς εμπορεύσιμα. Είναι άλλο θέμα αν είναι και ανταγωνιστικά.
  • Διαθέτει το προϊόν (η υπηρεσία) της επιχείρησης κάποια ιδιότητα που να το κάνει ξεχωριστό, κάποιο συγκριτικό πλεονέκτημα (καινοτομία, μοναδικότητα, ποιότητα, τιμή) έναντι των αντίστοιχων ανταγωνιστικών στις ξένες αγορές;
  • Είναι το προς εξαγωγή προϊόν απλά ένα «me too» προϊόν, δηλαδή ένα προϊόν όπως τα άλλα ανταγωνιστικά προϊόντα στην αγορά, οπότε ο μόνος λόγος για να το προτιμήσουν οι ξένοι αγοραστές θα είναι μια αρκετά χαμηλότερη τιμή;
  • Είναι εδραιωμένη στην μητρική της αγορά η επιχείρηση; Οι εδραιωμένες στην μητρική τους αγορά επιχειρήσεις έχουν μεγαλύτερες πιθανότητας να πετύχουν στις εξαγωγές, για τον απλό λόγο ότι έχουν την άνεση να αντέξουν το χρονικό διάστημα που απαιτείται μέχρι την έναρξη εισπράξεων από τις εξαγωγές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, υπό προϋποθέσεις, μπορεί μια επιχείρηση να δραστηριοποιηθεί εξαγωγικά χωρίς παρουσία στην αγορά της έδρας της.
  • Έχει γνώση η επιχείρηση της έκτασης των προσαρμογών που είναι αναγκαίες στο προϊόν (υπηρεσία) προκειμένου να γίνει αποδεκτό στις ξένες αγορές;
  • Πληροί η επιχείρηση και τα προς εξαγωγή προϊόντα της τα πρότυπα των διεθνών πιστοποιητικών οργανισμών ISO, CE (ΕΕ), HACCP, FDA (ΗΠΑ);
  • Υπάρχει ζήτηση στην ξένη αγορά για το προϊόν της επιχείρησης, χωρίς ή με  προσαρμογές;
  • Διαθέτει η επιχείρηση καλή διοικητική υποδομή, ικανή να ανταποκριθεί  στις προκλήσεις της εξαγωγικής διαδικασίας;
  • Διαθέτει η επιχείρηση επαρκές και κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό, ώστε να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις ανάγκες που θα προέλθουν από την δραστηριοποίηση στις εξαγωγές;
  • Οι παραγωγικές δυνατότητες της επιχείρησης είναι επαρκείς για την ικανοποίηση της πρόσθετης ζήτησης που θα προκύψει από την εξαγωγική δραστηριοποίηση;
  • Πως είναι τα οικονομικά της επιχείρησης; Μπορεί να χρηματοδοτήσει τις ενέργειες που απαιτούνται για την προετοιμασία, την έρευνα αγοράς και τις δαπάνες μάρκετινγκ μέχρι την εξασφάλιση εισπράξεων από τις εξαγωγές;
  • Γνωρίζει η επιχείρηση ποιες είναι οι δυνατές και ποιές οι αδύνατες πλευρές της; Αν δεν συμβαίνει αυτό θα πρέπει να προχωρήσει σε μια αυτοαξιολόγηση  με σκοπό να εντοπίσει τα δυνατά στοιχεία της και τις αδυναμίες της. Αν οι αδυναμίες είναι ανυπέρβλητες (δεν μπορούν να διορθωθούν), το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να αναβάλλει για αργότερα τα όποια σχεδιά της για εξαγωγές.
  • Μήπως εξετάζει η επιχείρηση την ανάπτυξη εξαγωγικής δραστηριότητας από ανάγκη, γιατί  οι δουλειές της στην μητρική της αγορά δεν πηγαίνουν καλά; Σε παρόμοιες περιπτώσεις, οι προσπάθειες επέκτασης σε ξένες αγορές, κατά κανόνα,  δεν στέφονται από επιτυχία.
  • Τέλος, υπάρχει δέσμευση της διοίκησης για δραστηριοποίηση στις εξαγωγές; Η προϋπόθεση αυτή είναι αποφασιστικής σημασίας γιατί μόνο έτσι μπορεί να κινητοποιηθεί συνολικά η επιχείρηση και να διαθέσει τους αναγκαίους πόρους για την επίτευξη των εξαγωγικών στόχων.

Από την ανάλυση των απαντήσεων στα παραπάνω ερωτήματα θα προκύψει κατά πόσο η επιχείρηση είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει με επιτυχία τις προκλήσεις που συνδέονται με την ανάληψη εξαγωγικής δραστηριότητας.

Πολύ χρήσιμο εργαλείο για την εκτίμηση των δεδομένων, τόσο αναφορικά με τις δυνάμεις, τα πλεονεκτήματα και τις αδυναμίες της επιχείρησης, όσο και των ευκαιριών που προσφέρονται, αλλά και των απειλών που ελλοχεύουν στο περιβάλλον της ξένης αγοράς, αποτελεί η ανάλυση SWOT που θα παρουσιάσουμε στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο.

Γιάννης Παπαδημητρίου

11/1/2015

Εξαγωγές και Τεχνολογία

Όπως είναι γνωστό, οι εξαγωγές δεν ήταν ποτέ μεταξύ των δυνατών πλευρών της ελληνικής οικονομίας. Δυστυχώς, αυτό αποδείχτηκε περίτρανα με την οικονομική κρίση που διέρχεται η χώρα.

Σύμφωνα με τις υποσχέσεις και τις προσδοκίες των ειδικών, η λεγόμενη εσωτερική υποτίμηση θα οδηγούσε στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση των εξαγωγών. Η αύξηση των εξαγωγών θα συνέβαλλε στην αύξηση του ΑΕΠ με αποτέλεσμα την ταχύτερη έξοδο από την κρίση και την επάνοδο στην κανονικότητα.

Αυτό συνέβη πράγματι σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης που είχαν την ίδια ή παρόμοια μοίρα με αυτή της Ελλάδας. Έτσι, οι εξαγωγές της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας, ενώ σημείωσαν κάμψη το 2008, το 2009 άρχισαν να ανακάμπτουν και διατηρούν έκτοτε ανοδική πορεία.

Βέβαια, η ανταγωνιστικότητα είναι μια σύνθετη υπόθεση. Είναι συνάρτηση μιας σειράς παραγόντων, μεταξύ των οποίων ίσως από τους πιο σημαντικούς είναι και το εργατικό κόστος. Υπάρχουν όμως και πολλοί άλλοι, εξ’ίσου ή και λιγότερο σημαντικοί. Θα πρέπει και αυτοί οι άλλοι παράγοντες να συνεισφέρουν θετικά για να επιτευχθεί ο στόχος της ανάπτυξης των εξαγωγών.

Ένας από τους άλλους αυτούς παράγοντες είναι το τεχνολογικό επίπεδο των παραγόμενων στην χώρα προϊόντων. Δυστυχώς, η ελληνική παραγωγή δεν χαρακτηρίζεται για την ενσωμάτωση ιδιαίτερα υψηλής τεχνολογίας. Μέχρι τώρα τουλάχιστον τα ελληνικά προϊόντα είναι κατά κανόνα χαμηλού έως μέσου τεχνολογικού επιπέδου. Τέτοια προϊόντα όμως προσφέρονται από άπειρες άλλες προελεύσεις, ώστε να επικρατεί εξοντωτικός ανταγωνισμός στις διεθνείς αγορές.

Και σαν να μην έφθανε αυτό, οι ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις είναι, στην μεγάλη πλειοψηφία τους, μικρομεσαίου μεγέθους με σοβαρές ελλείψεις σε θέματα οργανωτικής, χρηματοοικονομικής και γενικότερης υποδομής. Ταυτόχρονα και η εφαρμογή σύγχρονου μάρκετινγκ είναι σε μεγάλο βαθμό ανύπαρκτη. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι το συγκριτικό πλεονέκτημα των ελληνικών εξαγόμενων προϊόντων να περιορίζεται στην χαμηλή τιμή.

Η τιμή είναι ο ευκολότερος τρόπος απόκτησης συγκριτικού πλεονεκτήματος, όχι όμως οπωσδήποτε και ο πιο αποτελεσματικός. Σε κάθε περίπτωση πάντως, αυτό το ίδιο συγκριτικό πλεονέκτημα χρησιμοποιούν και όλες οι άλλες χώρες που προσφέρουν χαμηλής τεχνολογίας προϊόντα και ταυτόχρονα για διάφορους λόγους διαθέτουν πολύ χαμηλό εργατικό κόστος, πράγμα που δεν συμβαίνει από πολλού στην χώρα μας.

Η λύση βρίσκεται λοιπόν στην παραγωγή προϊόντων υψηλής τεχνολογίας. Πως όμως θα γίνει αυτό; Κατά την γνώμη μου υπάρχουν δύο τρόποι. Ή να αναπτύξουμε τα προϊόντα αυτά μόνοι μας, μέσα από έρευνα και ανάπτυξη (R&D) δική μας ή να τα αποκτήσουμε μέσα από προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων.

Ο πρώτος τρόπος, μολονότι πραγματοποιήσιμος, αφού ικανοί Έλληνες ερευνητές και γενικά επιστήμονες αφθονούν τόσο στα ελληνικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα όσο και στο εξωτερικό, θα απαιτήσει σημαντικό χρόνο, αφού θα χρειασθεί ισχυρή πολιτική βούληση και ευρεία συναίνεση για να δημιουργηθεί το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο για βασική, όσο και εφαρμοσμένη έρευνα σε απ’ευθείας σύνδεση με την βιομηχανία και την παραγωγή. Επιτυχημένα παραδείγματα άλλων χωρών προς μελέτη υπάρχουν πλείστα όσα. Αποκαλυπτικό είναι το παράδειγμα του Ισραήλ (βλ. παρακάτω προτεινόμενο για ανάγνωση άρθρο).

Ο δεύτερος τρόπος έγκειται στην προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων. Ωστόσο, όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι για να μπορέσουμε να προσελκύσουμε άμεσες ξένες επενδύσεις πρέπει να αλλάξουν ακόμα πολλά στην χώρα, ώστε να αποκτήσει το απαιτούμενο θεσμικό, οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο που θα είναι ελκυστικό για τους ξένους επενδυτές. Πρέπει να γίνουμε ρεαλιστές και να ξεφύγουμε από νοοτροπίες του τύπου «δεν θα γίνουμε Ιρλανδία».

Αντίθετα, το παράδειγμα της Ιρλανδίας αρκεί για να πεισθεί κανείς για την αποτελεσματικότητα των άμεσων ξένων επενδύσεων στην οικονομική ανάπτυξη και την ανάπτυξη των εξαγωγών. Ένα άλλο ισχυρό παράδειγμα αποτελεί η Τσεχία, στην οποία, κατά την 15ετία μετά τις αλλαγές στο πολιτικό καθεστώς, εισέρευσαν πάνω από 70 δισ. δολάρια άμεσες ξένες επενδύσεις, σε κλάδους όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, η πληροφορική, τα ηλεκτρονικά, η ηλεκτροβιομηχανία, οι κατασκευές μηχανών κ.ά. Και όλα αυτά σχεδόν χωρίς χρηματοοικονομικά κίνητρα.

Η Ιρλανδία, όπως είναι γνωστό, έπεσε στην δίνη της κρίσης λόγω ανοιγμάτων των τραπεζών της και όχι λόγω δημοσιονομικών προβλημάτων ή προβλημάτων στο ισοζύγιο πληρωμών, όπως η Ελλάδα. Ήδη όμως λόγω της ύπαρξης παραγωγικού δυναμικού υψηλής τεχνολογίας χάρη στις άμεσες ξένες επενδύσεις, οι εξαγωγές της ανέκαμψαν και βοήθησαν στην επάνοδο στην κανονικότητα.

Κατά την γνώμη μου δεν υπάρχει πραγματικό δίλημμα μεταξύ των δύο τρόπων ανάπτυξης υψηλών τεχνολογικά προϊόντων. Και οι δύο μπορούν και πρέπει να συνυπάρξουν. Άλλωστε, μεταξύ τους υπάρχει μεγάλη αλληλεξάρτηση. Ο ένας χρειάζεται και ταυτόχρονα βοηθάει τον άλλο.

Γιάννης Παπαδημητρίου

http://www.capital.gr/Articles.asp?id=2172083

Tag Cloud

%d bloggers like this: