Thoughts and opinions on Greece's economy, society, politics, foreign trade

Posts tagged ‘επώνυμο ελληνικο προϊόν φέτα’

Φέτα. Μια μικρή ιστορία του περίφημου ελληνικού τυριού και μια πρόταση

Με την διάδοση της ελληνικής διατροφής μέσω των ομογενών σε διάφορες χώρες του κόσμου, κυρίως όμως με την άνοδο του τουρισμού στην Ελλάδα, το ελληνικό τυρί φέτα εξελίχτηκε σε ένα εξαιρετικά δημοφιλές τυρί διεθνώς, με αποτέλεσμα να προσελκύσει παραγωγούς από πολλές χώρες, κυρίως όμως τις βόρειοευρωπαϊκές, οι οποίες, όπως είναι γνωστό, έχουν μεγάλη παραγωγή γάλακτος και αναζητούν συνεχώς νέες αγορές για τα γαλακτοκομικά προϊόντα τους.

Όλοι γνωρίζουμε βέβαια ότι η μόνη σχέση που έχει το παρασκευαζόμενο από τους παραγωγούς αυτούς τυρί με την ελληνική φέτα είναι η εμφάνιση και ίσως και η υφή. Δεν έχει απολύτως τίποτε το κοινό με τον τρόπο παρασκευής της ελληνικής φέτας, την ποιότητα και φυσικά την γεύση.

Και ενώ, στο μεταξύ, κατοχυρώθηκε ως ελληνικό προϊόν ΠΟΠ η ελληνική φέτα στις χώρες της ΕΕ, σε χώρες εκτός ΕΕ, το παραπάνω άσπρο μαλακό τυρί από αγελαδινό γάλα συνεχίζει να κυκλοφορεί ως φέτα, αφού σε αυτές δεν ισχύει ο χαρακτηρισμός ΠΟΠ.

Κατά την 10ετία του 1980, όταν υπηρετούσα στο Μόναχο, ένοιωσα μεγάλη έκπληξή όταν πληροφορήθηκα από τον εισαγωγέα της φέτας «Δωδώνη» στην τότε Δ. Γερμανία, ότι αναγκάζονταν να χαρακτηρίζει στα τιμολόγια εισαγωγής την φέτα «Δωδώνης», ως «άσπρο μαλακό τυρί», γιατί, αν θυμάμαι καλά, ως τέτοιο χαρακτήριζε το κοινοτικό δασμολόγιο ένα αντίστοιχο τυρί της Κορσικής από κατσικίσιο γάλα, για το οποίο δεν υπήρχαν περιορισμοί, ενώ για την ελληνική φέτα ίσχυε τιμή κατωφλίου, πράγμα που σήμαινε την επιβολή επιβάρυνσης προκειμένου να κυκλοφορήσει στην αγορά της τότε ΕΟΚ. Την εποχή εκείνη, δηλαδή, κυκλοφορούσε στην ΕΟΚ επίσημα το βορειοευρωπαϊκό άσπρο μαλακό τυρί ως φέτα, ενώ η ελληνική φέτα ως άσπρο μαλακό τυρί, γιατί διαφορετικά ως φέτα θα είχε υψηλότερο κόστος εισαγωγής.

Η τιμή κατωφλίου για την φέτα είχε προστατευτικό χαρακτήρα της κοινοτικής παραγωγής και ήταν φυσικά αποτέλεσμα του λόμπυ των παραγωγών «φέτας» της ΕΟΚ.

Οι ίδιοι βορειοευρωπαίοι παραγωγοί «φέτας» κατάφεραν αργότερα να αποτρέψουν την πρώτη προσπάθεια κατοχύρωσης της ελληνικής φέτας ως ΠΟΠ προϊόντος, πράγμα που τελικά επιτεύχθηκε με σημαντικό κόπο κατά την δεύτερη προσπάθεια.

Όταν αργότερα βρέθηκα να υπηρετώ στην Νέα Υόρκη, ήρθα πάλι σε επαφή με το ζήτημα της φέτας. Το έναυσμα  ήταν το γεγονός ότι η Κύπρος είχε καταφέρει να κατοχυρώσει στις ΗΠΑ την επωνυμία χαλούμι ως κυπριακή επωνυμία (registered trade mark). Ψάχνοντας, διαπίστωσα ότι ήταν αδύνατο να συμβεί το ίδιο με την ελληνική φέτα. Ο λόγος ήταν ότι υπήρχαν στις ΗΠΑ παραγωγοί  «φέτας», δηλαδή άσπρου μαλακού τυριού που ονόμαζαν φέτα, οι οποίοι βάσει της νομοθεσίας θα ενημερώνονταν και θα καλούνταν από το υπουργείο εμπορίου των ΗΠΑ να διατυπώσουν την σύμφωνη γνώμη τους ή τυχόν αντιρρήσεις τους.

Οι αμερικανοί παραγωγοί «φέτας» ήταν κυρίως ελληνικής καταγωγής. Προκειμένου να μην πληρώνουμε άδικα δικηγόρους (στις ΗΠΑ οι υπηρεσίες τους είναι πανάκριβες), προσπάθησα να βολιδοσκοπήσω τους Ελληνοαμερικανούς παραγωγούς «φέτας», με το ερώτημα αν θα δέχονταν την κατοχύρωση της ελληνικής φέτας σαν σήμα κατατεθέν για το ελληνικό προϊόν. Η απάντηση ήταν αναμενόμενα αρνητική, αφού οι Ελληνοαμερικανοί παραγωγοί στόχευαν και αυτοί στην ίδια αγορά, δηλαδή στους ομογενείς και στους εξοικειωμένους με το ελληνικό προϊόν αμερικανούς. Ας σημειωθεί ότι παραγωγοί χαλουμιού δεν υπήρχαν τότε στις ΗΠΑ και συνεπώς δεν υπήρχαν και αντιρρήσεις για το κυπριακό προϊόν.

Τώρα, πληροφορούμαι, (βλ. άρθρο κας Τάνιας Γεωργιοπούλου, στην Οικονομική Καθημερινή, της 14-2-2016, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «το λευκό τυρί νικάει κατά κράτος την ελληνική φέτα στο ράφι»), ότι η ελληνική φέτα βιώνει νέες περιπέτειες. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο, φαίνεται να υπάρχει προσπάθεια να προωθηθεί το άσπρο μαλακό τυρί ακόμα και στην ίδια την ελληνική αγορά, ουσιαστικά σαν φέτα, δια της πλαγίας οδού, με την βοήθεια δυστυχώς και ορισμένων συμπολιτών μας. Έτσι, σε ξενοδοχεία στην Ελλάδα προσφέρεται το τυρί αυτό, π.χ. σαν συστατικό της χωριάτικης σαλάτας, χωρίς να διευκρινίζεται στους καταναλωτές ότι δεν πρόκειται για ελληνική φέτα. Αποτέλεσμα είναι, σύμφωνα με το άρθρο, οι τουρίστες να εξοικειώνονται με την γεύση του και να νομίζουν ότι τρώνε ελληνική φέτα, αναζητώντας το με αυτή την γεύση και στις πατρίδες τους, όπως βεβαιώνει Έλληνας εισαγωγέας φέτας σε ευρωπαϊκή χώρα.

Το άρθρο, μας πληροφορεί ακόμα, ότι π.χ. στις Βρυξέλλες κυκλοφορεί άσπρο μαλακό τυρί με την επωνυμία “fromage mediterraneen” που πουλιέται μάλιστα κατά 2 Ευρώ το κιλό ακριβότερο από την γνήσια ελληνική φέτα.

Αυτή είναι η μικρή ιστορία της φέτας που ήθελα να σας διηγηθώ. Και τώρα συνεχίζω με την πρόταση που προανήγγειλα στην επικεφαλίδα.

Από τις διεργασίες στην διεθνή αγορά είναι ξεκάθαρο ότι οι ανταγωνιστές δεν το βάζουν κάτω. Και αυτό, γιατί γνωρίζουν ότι το ελληνικό τυρί αρέσει και ότι υπάρχει προφανώς μια μεγάλη αγορά σε διεθνές επίπεδο, από την οποία προσπαθούν με κάθε τρόπο να επωφεληθούν.

Προσωπικά, πιστεύω, ότι οι Έλληνες παραγωγοί πρέπει να πάρουν την τύχη του προϊόντος τους στα χέρια τους. Με δική τους πρωτοβουλία και δευτερευόντως με την βοήθεια του κράτους, να προσπαθήσουν να επωφεληθούν, αυτοί πρώτοι, από την μεγάλη διεθνή ζήτηση για το προϊόν τους. Αυτό, ωστόσο, πρέπει να γίνει με όρους αγοράς και πιο συγκεκριμένα με όρους μάρκετινγκ.

Θα πρέπει να φροντίσουν, ώστε να εδραιωθεί στο μυαλό των διεθνών καταναλωτών ότι η ελληνική φέτα είναι μοναδική, δεν συγκρίνεται με καμιά απομίμηση σε μορφή άσπρου μαλακού τυριού ή με “φέτες” από αγελαδινό γάλα.

Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να εκπονηθεί σχέδιο με στόχο την δημιουργία εθνικής επωνυμίας (national brand name) για την ελληνική φέτα. Η επωνυμία αυτή, με τις κατάλληλες δράσεις μάρκετινγκ, να επιχειρηθεί να τοποθετηθεί στο μυαλό των καταναλωτών (product positioning) ως ένα γκουρμέ προϊόν, με μια φράση  όπως π.χ., η “γνήσια ελληνική φέτα”, η “η μόνη γνήσια φέτα”, η “η αληθινή φέτα” κλπ., με προσδιοριστικά χαρακτηριστικά την ασύγκριτη ποιότητα, την μοναδική γεύση, τον παραδοσιακό, υγιεινό τρόπο παρασκευής επί χιλιάδες χρόνια, ως κάτι π.χ. σαν η «μερσεντές» των άσπρων μαλακών τυριών (το πιο πρόσφατο  σλόγκαν της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας είναι, ως γνωστόν, “the best or nothing”) κ.ο.κ.

Το ελληνικό προϊόν έχει όλα τα εχέγγυα να εξελιχθεί σε εθνική επωνυμία διεθνούς εμβέλειας. Για να αποκτήσει όμως την διεθνή εμβέλεια, η εθνική επωνυμία της ελληνικής φέτας πρέπει να προωθηθεί στις διεθνείς αγορές με τα κατάλληλα μέσα και μεθόδους μάρκετινγκ, ώστε να αποκτήσει σιγά-σιγά ένα καλό βαθμό αναγνωρισιμότητας, πράγμα που θα απαιτήσει βέβαια και κάποια δαπάνη. Το κυριότερο όμως σε μια πρώτη φάση είναι να τεθεί, να συζητηθεί και να υιοθετηθεί η ιδέα.

Κάτω από την εθνική επωνυμία, π.χ. «γνήσια ελληνική φέτα» – είναι δουλειά των δημιουργικών πως θα διαμορφωθεί η επωνυμία και το μήνυμα που θα την συνοδεύει -, θα μπορούν να προωθούνται στις διεθνείς αγορές οι φέτες των επί μέρους Ελλήνων παραγωγών, οι οποίοι επίσης θα μπορούν να διαφοροποιούνται μεταξύ τους με πολλούς τρόπους, με το προϊόν το ίδιο (π.χ. τοποθετώντας το μέσα σε βάζο με ελαιόλαδο και βότανα κλπ.), με την συσκευασία και πολλούς άλλους τρόπους που οι ίδιοι θα επινοήσουν.

Σε ποιά αγορά όμως πρέπει να στοχεύσει η ελληνική φέτα με την εθνική επωνυμία; Προσωπικά, πιστεύω, ότι η αγορά στόχευσης πρέπει να είναι η ομάδα διεθνών καταναλωτών, φίλων της εκλεκτής και υγιεινούς διατροφής και ταυτόχρονα υψηλού εισοδηματικού επιπέδου, οι οποίοι είναι και σε θέση να  πληρώσουν για το ξεχωριστό ελληνικό προϊόν υψηλότερο τίμημα.

Αφού η ελληνική παραγωγή φέτας δεν θα μπορέσει ποτέ να καλύψει την παγκόσμια ζήτηση, λόγω περιορισμένων παραγωγικών δυνατοτήτων αιγοπρόβειου γάλακτος (ο ισχύων νόμος παρασκευής φέτας προβλέπει ποσοστό πρόβειου γάλακτος κατά 100%, που μπορεί όμως να μειώνεται μέχρι  κατ’ελάχιστον 80% και το υπόλοιπο να συμπληρώνεται από κατσικίσιο γάλα), ας είναι ένα προϊόν που θα επιτυγχάνει υψηλές τιμές διεθνώς και θα αποφέρει αντίστοιχα οφέλη στους παραγωγούς, αλλά και στο κράτος και την ελληνική κοινωνία, ως εξής: (α) με αυξημένες εισπράξεις συναλλάγματος, (β) με μειωμένες δαπάνες για επιδοτήσεις στους κτηνοτρόφους,  και (γ) με την γενικότερη ενίσχυση και προβολή της ελληνικής κουζίνας και του ελληνικού τρόπου διατροφής, στα πλαίσια μάλιστα της μεσογειακής διατροφής, που θα έχει ευνοϊκές επιπτώσεις στις εξαγωγές ελληνικών τροφίμων και θα συμπαρασύρει και μια σειρά άλλων, όπως π.χ. ελαιόλαδο, ελιές κλπ., στην διάκριση και την επιτυχία στις διεθνείς αγορές, όπως, από την ποιότητα και τις διατροφικές αρετές τους, τους αξίζει.

Την πρόταση για εκμετάλλευση της ισχυρής διεθνούς ζήτησης για ελληνική φέτα, μέσα από την δημιουργία εθνικής επωνυμίας διεθνώς αναγνωρίσιμης, είχα καταθέσει και την εποχή της θητείας μου στην Νέα Υόρκη. Ίσως όμως τώρα να είναι πιο ώριμα τα πράγματα και να τύχει καλύτερης υποδοχής από τους ενδιαφερόμενους.

Όπως συνήθως, καλώ όλους, τους παλιούς και προ πάντων τους νέους συναδέλφους και φυσικά και όλους τους άλλους αναγνώστες, να σχολιάσουν την πρότασή μου και γενικότερα να εκφράσουν τις απόψεις τους για το ζήτημα της φέτας στα πλαίσια ενός γόνιμου διαλόγου. Πιστεύω, ότι ο κλάδος ΟΕΥ είναι ο πλέον αρμόδιος να παρουσιάζει ερεθίσματα για την βελτίωση της κατάστασης στις ελληνικές εξαγωγές.

Γιάννης Παπαδημητρίου

7-3-2016

 

 

 

 

 

Tag Cloud

%d bloggers like this: