Thoughts and opinions on Greece's economy, society, politics, foreign trade

Posts tagged ‘διεθνές εμπόριο’

Πληροφόρηση – έρευνα αγοράς για εξαγωγική δραστηριοποίηση

Η πληροφόρηση είναι απαραίτητη για οτιδήποτε σχεδιάζει κανείς στην ζωή. Εκ των πραγμάτων εντονότερη είναι η ανάγκη για πληροφόρηση στην  επιχειρηματική ζωή. Χωρίς πληροφόρηση μια επιχείρηση δεν είναι σε θέση να προγραμματίσει επαρκώς τις ενέργειές της στην αγορά, να σχεδιάσει δηλαδή και να εφαρμόσει ένα αποτελεσματικό πρόγραμμα δράσης για την επίτευξη των επιχειρηματικών της στόχων.

Αυτό ισχύει τόσο για την μητρική αγορά της επιχείρησης, όσο φυσικά εξ’ίσου και για τις ξένες αγορές. Ειδικότερα μάλιστα για ξένες αγορές η πληροφόρηση οφείλει να είναι πληρέστερη και πλέον εμπεριστατωμένη, όσο και αξιόπιστη, γιατί η επιχείρηση έχει να κάνει με ξένες χώρες όπου υπεισέρχεται ο παράγοντας του άγνωστου.

Διαφορετικές γλώσσες, διαφορετικά ήθη και έθιμα, διαφορετικές πρακτικές και συνήθειες, διαφορετικά νομικά και διοικητικά συστήματα, διαφορετικές κλιματικές συνθήκες, διαφορετικές πολιτικές , οικονομικές και πολιτισμικές συνθήκες κ.ο.κ. στις ξένες χώρες, συνιστούν παράγοντες άγνωστους οι οποίοι πρέπει να διερευνηθούν και να ληφθούν υπόψη στις προσπάθειες της επιχείρησης για διείσδυση στις αγορές των χωρών αυτών.

Χωρίς επαρκή και σωστή πληροφόρηση δεν θα είναι δυνατό να γίνει η κατάλληλη προσαρμογή στα δεδομένα που ισχύουν στις ξένες αγορές, διατρέχοντας τον κίνδυνο να γίνουν λανθασμένες κινήσεις που μπορεί να κοστίσουν σε τελευταία ανάλυση  από πολλές απόψεις ακριβά στην επιχείρηση. Σε μια τέτοια περίπτωση θα είναι ίσως καλύτερα να μην γίνει καμιά προσπάθεια , αφού με μεγάλη πιθανότητα θα είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη.

Η έρευνα πρέπει να ξεκινήσει με την αναζήτηση και επιλογή των ξένων εκείνων αγορών, οι οποίες υπόσχονται την μεγαλύτερη δυνατή επιτυχία στις εξαγωγικές επιδιώξεις της επιχείρησης.

Η επιχείρηση που αποφασίζει να αναπτύξει εξαγωγική δραστηριότητα, είναι πρακτικά αδύνατο να καλύψει ταυτόχρονα τις αγορές όλων των χωρών του κόσμου. Το πιο σωστό και πιο αποτελεσματικό θα είναι να αρχίσει με την αγορά μιας ή 2-3 χωρών, λογικά τις πλέον υποσχόμενες και σιγά-σιγά να επεκτείνεται και σε άλλες. Πρώτο μέλημα συνεπώς της έρευνας πρέπει να είναι να εντοπισθούν αυτές οι πλέον υποσχόμενες αγορές, οι οποίες και θα αποτελέσουν τις άμεσες αγορές-στόχους της επιχείρησης.

Ακολούθως, η έρευνα θα πρέπει να προχωρήσει στην μελέτη των αγορών-στόχων  και στην συλλογή και επεξεργασία των αναγκαίων πληροφοριών, οι οποίες και θα ληφθούν υπόψη στην διαμόρφωση του σχεδίου μάρκετινγκ, βάσει του οποίου θα πρέπει η επιχείρηση να επιχειρήσει την διείσδυση και εδραίωση στην συγκεκριμένη ή τις συγκεκριμένες αγορές. Η έρευνα για την διαμόρφωση του σχεδίου μάρκετινγκ έχει επικρατήσει να ονομάζεται και έρευνα μάρκετινγκ.

Ύστερα από τα παραπάνω δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι η έρευνα αγοράς είναι μια από τις βασικές επιχειρηματικές δραστηριότητες. Μεγάλες επιχειρήσεις διατηρούν κατά κανόνα ειδικά τμήματα, ενώ μεγάλη συμμετοχή στην αναζήτηση επιχειρηματικής πληροφόρησης έχουν και ανεξάρτητες, εξειδικευόμενες επιχειρήσεις έρευνας αγοράς, όπως και σύμβουλοι επιχειρήσεων.

Στις επόμενες δύο αναρτήσεις θα συζητήσουμε τις δύο μεθόδους έρευνας αγοράς, δηλαδή την πρωτογενή και την δευτερογενή έρευνα αγοράς.

Γιάννης Παπαδημητρίου

1/2/2016

ΕΞΑΓΩΓΈΣ – ΓΙΑΤΊ?

Οφέλη για την επιχείρηση

Το ερώτημα της δραστηριοποίησης στις εξαγωγές πρέπει να διερευνηθεί τόσο από την οπτική γωνιά της επιχείρησης όσο και από εκείνη του κράτους και ευρύτερα της κοινωνίας από την οποία αυτό απαρτίζεται.

Ας αρχίσουμε με την επιχείρηση.

Γιατί μια επιχείρηση θα έχει συμφέρον να ασχοληθεί με τις εξαγωγές;

Υπάρχει μια σειρά από λόγους, για τους οποίους μια επιχείρηση θα θελήσει να αναπτύξει εξαγωγική δραστηριότητα.

Τέτοιοι λόγοι είναι:

  • Η διεύρυνση της βάσης πελατών, από την οποία κατά πάσα πιθανότητα θα προκύψει μεγαλύτερος κύκλος εργασιών, δηλαδή περισσότερες πωλήσεις και ενδεχόμενα και μεγαλύτερα κέρδη. Τα μεγαλύτερα κέρδη θα φέρουν πρόσθετες επενδύσεις και αυτές πάλι πρόσθετα κέρδη, τα οποία θα οδηγήσουν και πάλι σε νέες επενδύσεις κ.ο.κ., με τελικό αποτέλεσμα την μεγέθυνση της επιχείρησης και την αύξηση των κερδών.
  • Με τις εξαγωγές μπορεί να δοθεί διέξοδος στο μικρό μέγεθος της μητρικής αγοράς. Ένα επιχείρημα υπέρ της δραστηριοποίησης στις εξαγωγές ιδιαίτερα σημαντικό για την Ελλάδα, αφού η αγορά της θεωρείται σχετικά μικρή για πολλές κατηγορίες προϊόντων.
  • Μικρές χώρες όπως η Ελλάδα μπορούν να πετύχουν και να διατηρήσουν υψηλά επίπεδα ανάπτυξης και κατ’επέκταση και υψηλό βιοτικό επίπεδο μόνο με εξωστρέφεια.
  • Η αύξηση της αποτελεσματικότητας και η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της επιχείρησης μέσα από την πίεση του ανταγωνισμού στις διεθνείς αγορές. Η επιχείρηση προκειμένου να αντιμετωπίσει με επιτυχία τον κατά κανόνα σκληρό ανταγωνισμό στις ξένες αγορές πρέπει να αναμένεται ότι θα καταβάλλει κάθε προσπάθεια για βελτιώσεις σε όλα τα επίπεδα δράσης της. Αυτός είναι ίσως και ο κυριότερος λόγος που πετυχημένες στις ξένες αγορές επιχειρήσεις είναι πιο αποτελεσματικές και στην μητρική αγορά.
  • Η καλύτερη εκμετάλλευση του παραγωγικού δυναμικού και η μείωση του κόστους κατά μονάδα προϊόντος και έτσι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της επιχείρησης.
  • Η επίτευξη οικονομιών κλίμακας που σημαίνει μείωση του κόστους κατά μονάδα προϊόντος με όλα τα οφέλη που συνεπάγεται μια τέτοια εξέλιξη.

Άλλα πλεονεκτήματα από την εξαγωγική δραστηριότητα μιας επιχείρησης μπορεί να είναι:

  • Η διάχυση του κινδύνου και η μείωση της εξάρτησης που συνεπάγεται ένας μεγαλύτερος αριθμός πελατών,
  • Ιδέες για νέα προϊόντα και αναδιαμόρφωση υφιστάμενων,
  • Η άμβλυνση των διακυμάνσεων της απασχόλησης της επιχείρησης και η διασφάλιση των θέσεων εργασίας,
  • Η επιμήκυνση του κύκλου ζωής προϊόντων που «γερνούν»,
  • Η διασφάλιση του ρυθμού ανάπτυξης της επιχείρησης μέσα από την διεύρυνση των πωλήσεων,
  • Η διεύρυνση της διάχυσης των εξόδων ανάπτυξης νέων προϊόντων,
  • Η βελτίωση της απόδοσης των επενδυμένων κεφαλαίων.

Οφέλη για την εθνική οικονομία
Εξυπακούεται ότι με την αύξηση της εξαγωγικής δραστηριότητας μιας επιχείρησης προκύπτουν οφέλη και για την εθνική οικονομία. Οι εξαγωγές συμβάλλουν στην αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), στην αύξηση της απασχόλησης, στην βελτίωση του ισοζυγίου πληρωμών και γενικότερα σε μεγαλύτερη ευημερία, αφού με τις εισπράξεις από εξαγωγές μπορούν να πληρωθούν οι εισαγωγές περισσότερων εισαγόμενων αγαθών και υπηρεσιών και να υπάρξει έτσι ικανοποίηση περισσότερων αναγκών και επιθυμιών των πολιτών, χωρίς δανεισμό από το εξωτερικό.

Με άλλα λόγια, από την εξαγωγική δραστηριότητα μιας επιχείρησης ωφελούνται τελικά όλοι. Η επιχείρηση, αλλά και το κράτος και η κοινωνία συνολικά.

Η οικονομική θεωρία διδάσκει ότι τα κράτη σε κάθε περίπτωση ωφελούνται από την ανταλλαγή μεταξύ τους των προϊόντων και υπηρεσιών που παράγουν οι εθνικές τους οικονομίες.

Η ωφέλεια αυτή εκφράζεται από τον νόμο του συγκριτικού πλεονεκτήματος. Σύμφωνα με τον νόμο αυτόν, το εμπόριο μεταξύ κρατών επιτρέπει σε ένα κράτος να εκμεταλλεύεται τα συγκριτικά πλεονεκτήματα στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών των άλλων και αυτά να εκμεταλλεύονται τα δικά του συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Προϋπόθεση για εμπόριο, δηλαδή για ανταλλαγή προϊόντων και υπηρεσιών μεταξύ ενός κράτους και των υπολοίπων είναι η ύπαρξη στο κράτος αυτό παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών. Όσο δε πιο ανταγωνιστική είναι η παραγωγή των προϊόντων και υπηρεσιών του κράτους αυτού σε σύγκριση με εκείνη των υπολοίπων, όσο μεγαλύτερο δηλαδή είναι το συγκριτικό του πλεονέκτημά, τόσο περισσότερα προϊόντα και υπηρεσίες της παραγωγής των άλλων μπορεί με τα δικά του να «πληρώσει» και να απολαύσει.

Στην σημερινή οικονομική πραγματικότητα τα πράγματα είναι βέβαια ελαφρώς διαφορετικά. Οι ανταλλαγές δεν είναι απόλυτα ελεύθερες, αφού παρεμβάλλονται διάφορα δασμολογικά και μη εμπόδια. Εξ’άλλου υπάρχουν τα εθνικά νομίσματα τα οποία με τις, για οποιουσδήποτε λόγους, διακυμάνσεις των ισοτιμιών τους, επηρεάζουν σημαντικά την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών των επί μέρους κρατών έναντι των υπολοίπων.

Τέλος, υπάρχει το πλέγμα των διεθνών εμπορικών και νομισματικών συμφωνιών και συνεργασιών που δημιουργούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται το διεθνές εμπόριο και το οποίο παρέχει την δυνατότητα της απόλαυσης προϊόντων και υπηρεσιών άλλων χωρών με δανεισμό, πράγμα το οποίο, αργά ή γρήγορα, οδηγεί σε δυσχερείς καταστάσεις, όπως πολύ οδυνηρά διαπίστωσε και η χώρα μας τελευταία.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι το κράτος, δηλαδή η κοινωνία που απαρτίζει το κράτος, έχει ζωτικό συμφέρον να αναπτύξει την παραγωγή και μάλιστα την παραγωγή ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών. Και αυτό, όχι μόνο για να «πληρώσει» με δικά της προϊόντα και υπηρεσίες ή αλλιώς με δική της προστιθέμενη αξία τα προϊόντα και υπηρεσίες των άλλων κρατών που εισάγει και απολαμβάνει και να αποφύγει έτσι την δημιουργία χρέους, αλλά και γιατί η παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών ενσωματώνει, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, εργασία, δημιουργεί δηλαδή θέσεις απασχόλησης για τα μέλη της που μπορούν και θέλουν να εργασθούν.

Η προώθηση της παραγωγής μιας συγκεκριμένης χώρας στις άλλες χώρες, όπως και η προώθηση της παραγωγής άλλων χωρών στην συγκεκριμένη χώρα, δηλαδή οι εξαγωγές και οι εισαγωγές προϊόντων και υπηρεσιών σε μια συγκεκριμένη χώρα διενεργούνται από τις επιχειρήσεις.

Ο ρόλος του κράτους στο θέμα αυτό περιορίζεται κατά κύριο λόγο στην δημιουργία του κατάλληλου θεσμικού πλαισίου, σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, στα πλαίσια του οποίου δραστηριοποιούνται οι επιχειρήσεις.

Παράλληλα, λαμβάνοντας υπόψη την σημερινή διεθνή πραγματικότητα (παγκοσμιοποίηση, ανταγωνισμός), το κράτος πέρα από την θεσμική του αρμοδιότητα παρεμβαίνει υποστηρικτικά στην προσπάθεια, ειδικότερα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες στην μεγάλη τους πλειοψηφία δεν διαθέτουν τις απαραίτητες οικονομικές και οργανωτικές δυνάμεις, καθώς και την αναγκαία τεχνογνωσία για να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τις προκλήσεις των διεθνών αγορών.

Συναισθανόμενες την αναγκαιότητα της υποστήριξης κυρίως των εξαγωγών τους, σχεδόν όλες οι χώρες του κόσμου διαθέτουν σήμερα κάποιο σύστημα υποστηρικτικού μηχανισμού των εξαγωγών τους.

Γιάννης Παπαδημητρίου

Μνημόνια και ανάπτυξη

Αυτές τις μέρες είναι πάλι στην επικαιρότητα το θέμα της ανάπτυξης της οικονομίας.

Σε σχέση με την συμφωνία για ένα νέο πρόγραμμα διάσωσης (λέγεται και μνημόνιο) γίνεται λόγος για το πακέτο ανάπτυξης Junker ύψους 35 δις Ευρώ.  Το πακέτο αυτό παρουσιάστηκε από τον πρωθυπουργό σαν μια επιτυχία, η οποία αντισταθμίζει σε κάποια έκταση τα σκληρά μέτρα της συμφωνίας.

Αναπτυξιακά «πακέτα» της ΕΕ για την Ελλάδα υπήρξαν στο παρελθόν, όπως θυμόμαστε όλοι, πλείστα όσα. Ήταν φυσικά όλα ευπρόσδεκτα, όπως και το προκείμενο. Από τα Ολοκληρωμένα Μεσογειακά Προγράμματα που θεσπίσθηκαν με την εισήγηση και επιμονή του Ανδρέα Παπανδρέου, τα πακέτα Ντελόρ και άλλα, μέχρι το σημερινό ΕΣΠΑ. Δισεκατομμύρια Ευρώ μπήκαν στην χώρα με τα πακέτα αυτά.

Τί αντίκτυπο είχαν όμως αυτά τα πακέτα στην εθνική μας οικονομία;

Προφανώς η ανάπτυξη της οικονομίας δεν βοηθήθηκε και πολύ. Παρά τον πακτωλό των πακέτων, οι δείκτες οικονομικής δραστηριότητας δεν εξελίχθηκαν ευνοϊκά τις τελευταίες 10ετίες. Για παράδειγμα, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου, που αντικατοπτρίζει κατά κάποιο τρόπο την παραγωγική δύναμη της οικονομίας υπήρξε διαχρονικά εξαιρετικά μεγάλο. Την 10ετία του 2000, φερ’ειπείν, με τις εξαγωγές μας καλύπταμε κατά μέσο όρο μόλις το 30-40% των εισαγωγών μας. Απο τα χαμηλότερα ποσοστά, αν όχι το πιο χαμηλό, στην Ευρωζώνη και στην ΕΕ γενικότερα.

Τί σημαίνει αυτό;

Τα στατιστικά στοιχεία αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα. Η οικονομία μας δεν παρήγαγε ποτέ επαρκή όγκο και ποικιλία διεθνώς εμπορεύσιμων και ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών. Τα εξαγόμενα ελληνικά προϊόντα ήταν διαχρονικά, κατά κανόνα χαμηλού τεχνολογικού επιπέδου, ενώ και η εφαρμογή σύγχρονου μάρκετινγκ από την πλειονότητα των μικρομεσαίων κυρίως εξαγωγέων μας δεν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις των διεθνών αγορών. Αποτέλεσμα ήταν οι εξαγωγές μας να υφίστανται απηνή ανταγωνισμό στις ξένες αγορές, αφού του ίδιου τεχνολογικού επιπέδου προϊόντα προσφέρονται από πολλές άλλες χώρες του κόσμου, εν πολλοίς μάλιστα και χαμηλότερου κόστους.

Η πικρή αυτή παραγματικότητα αποτελεί, κατά την γνώμη μου, το μεγάλο πρόβλημα της οικονομίας μας και ταυτόχρονα την μεγάλη πρόκληση για κάθε ελληνική κυβέρνηση, αλλά και για κάθε Έλληνα που θέλει να νιώθει εθνικά υπερήφανος.

Από την ανάπτυξη της παραγωγικής μηχανής της οικονομίας μας θα εξαρτηθεί η βελτίωση της ζωής μας και η απελευθερωσή μας από μνημόνια, «κακούς» εταίρους, «ταπεινώσεις», «υποταγές» και τα άλλα που ακούμε τελευταία.

Χωρίς ισχυρή οικονομία, μια οικονομία που θα παράγει προϊόντα και υπηρεσίες σε βαθμό που να μπορεί να «πληρώνει» με δική μας προστιθέμενη αξία, δηλαδή με δικό μας «ιδρώτα», με δικό μας εισόδημα, τα προϊόντα και τις υπηρεσίες άλλων χωρών που πρέπει να εισάγουμε, μια οικονομία που σε τελευταία ανάλυση θα προσφέρει θέσεις εργασίας σε όλους μας και δεν θα χρειάζεται να μεταναστεύουμε, είναι η οικονομία στην οποία πρέπει να στοχεύσουμε. Με μια τέτοια οικονομία θα μπορούμε να σταθούμε επί ίσοις όροις με τους εταίρους μας στην ΕΕ, στην Ευρωζώνη και στο σύνολο της διεθνούς κοινότητας, με αξιοπρέπεια και πραγματική εθνική υπερηφάνεια, αφού μόνο τότε θα πάψουμε να είμαστε με το χέρι προτεταμένο για βοήθεια και αλληλεγύη.

Πώς θα πετύχουμε τον στόχο αυτό;

Πάντως, όχι με «πακέτα» ή μόνο με πακέτα ανάπτυξης. Και αυτά είναι αναγκαία, αλλά, για να «πιάσουν τόπο», χρειάζεται προηγουμένως να γίνουν και μερικά άλλα πράγματα, ίσως πολύ πιο σημαντικά.

Θα πρέπει κατ’αρχήν να αλλάξουμε παραγωγικό μοντέλο. Θα πρέπει να υιοθετήσουμε ένα μοντέλο όπου προτεραιότητα θα έχει η παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων και ταυτόχρονα ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών. Αυτό συνεπάγεται ενσωμάτωση περισσότερης υψηλής τεχνολογίας στην παραγωγή μας, προερχόμενη, είτε από δική μας βασική και εφαρμοσμένη έρευνα, είτε από εισαγόμενη, είτε μέσα από άμεσες ξένες επενδύσεις στοχευμένα υψηλής τεχνολογίας. Ταυτόχρονα, πρέπει να διευκολύνουμε και να υποστηρίξουμε παντοιοτρόπως την επιχειρηματικότητα. Η επιχείρηση είναι το κοινωνικό κύτταρο όπου με τον συνδυασμό των παραγωγικών συντελεστών παράγεται πλούτος, εισόδημα.

Ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν αλλάξουμε, αν προσαρμοσθούμε στα νέα δεδομένα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ξεφύγουμε από την νοοτροπία του υπέρμετρου κρατισμού, να φροντίσουμε να απαλλάξουμε την ιδιωτική οικονομία από τον σφιχτό εναγκαλισμό του κράτους, τις πελατειακές σχέσεις, τις κάθε είδους στρεβλώσεις, την διαπλοκή, την διαφθορά.

Αν παραβλέψουμε τα μέτρα για την δημοσιονομική ισορροπία και σταθερότητα, την επίτευξη του στόχου αυτού επιδιώκουν και οι περισσότερες τουλάχιστον από τις μεταρρυθμίσεις που μας προτείνουν ή/και θέλουν να μας επιβάλλουν οι εταίροι μας.

Κανονικά θα έπρεπε όλες αυτές τις μεταρρυθμίσεις να τις κάναμε μόνοι μας. Χωρίς την προτροπή ή έστω τον εξαναγκασμό των Ευρωπαίων εταίρων μας. Εμείς όμως δεν θέλουμε να αλλάξει τίποτε. Ή μάλλον, όλοι μας λέμε ναί στις μεταρρυθμίσεις, αλλά μόνο σε εκείνες που αφορούν τους άλλους. Όχι ότι νομίζουμε ότι θίγει εμάς. Είναι δυνατό όμως να αλλάζουν όλα γύρω μας και εμείς να παραμένουμε αμετακίνητοι στις στρεβλώσεις και τα «κεκτημένα» που κληρονομήσαμε από το παρελθόν;

Είναι τόσο ισχυρά τα συμφέροντα που θέλουν να μας κρατούν δέσμιους του παρελθόντος; Ή μήπως είναι πολύ αδύναμο το πολιτικό κατεστημένο μας και δεν αντέχει στις πιέσεις; Σε τί ωφέλησε όμως το ΠΑΣΟΚ η αποφυγή του πολιτικού κόστους και αργότερα την Νέα Δημοκρατία, όταν μετά τις τελευταίες ευρωεκλογές ο κ. Σαμαράς μετασχημάτισε την κυβέρνησή του προς το «λαϊκότερο»; Αφού το έβλεπαν ότι θα έχαναν στις εκλογές, ας έκαναν τουλάχιστον το σωστό. Θα έμεναν με θετικό πρόσημο στην ιστορία.

Πρέπει να το πάρουμε απόφαση. Το φάρμακο όσο πικρό και να είναι, είναι ανάγκη  να το πάρουμε, γιατί μόνο έτσι θα γίνουμε καλά. Διαφορετικά θα «σερνόμαστε» με το πρόβλημά μας όπως τα 5 χρόνια μέχρι τώρα, στα οποία όπως φαίνεται προστίθενται άλλα 3, δηλαδή σύνολο 8 και βλέπουμε… Και αυτό, ενώ Ιρλανδία και Πορτογαλία που ήταν και αυτές σε μνημόνια έχουν επιστρέψει προ πολλού στην κανονικότητα και προβλέπουν για το 2015 ανάπτυξη 3,6% και 1,6% αντίστοιχα, ενώ και η Ισπανία που εφάρμοσε δικό της μνημόνιο αναπτύσσεται με 2,8%.

Η σύγκρουση με τις ομάδες συμφερόντων, αγνοώντας το πολιτικό κόστος, είναι αναγκαία για την αναπροσαρμογή της ελληνικής οικονομίας με στόχο το νέο παραγωγικό μοντέλο. Όσο πιο γρήγορα το καταλάβουμε αυτό, πολιτικοί και λαός, τόσο γρηγορότερα θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε από την σημερινή μιζέρια και την ανάμειξη των άλλων στα του οίκου μας.

Γιάννης Παπαδημητρίου

22-7-2015

Εξαγωγές και Τεχνολογία

Όπως είναι γνωστό, οι εξαγωγές δεν ήταν ποτέ μεταξύ των δυνατών πλευρών της ελληνικής οικονομίας. Δυστυχώς, αυτό αποδείχτηκε περίτρανα με την οικονομική κρίση που διέρχεται η χώρα.

Σύμφωνα με τις υποσχέσεις και τις προσδοκίες των ειδικών, η λεγόμενη εσωτερική υποτίμηση θα οδηγούσε στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση των εξαγωγών. Η αύξηση των εξαγωγών θα συνέβαλλε στην αύξηση του ΑΕΠ με αποτέλεσμα την ταχύτερη έξοδο από την κρίση και την επάνοδο στην κανονικότητα.

Αυτό συνέβη πράγματι σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης που είχαν την ίδια ή παρόμοια μοίρα με αυτή της Ελλάδας. Έτσι, οι εξαγωγές της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας, ενώ σημείωσαν κάμψη το 2008, το 2009 άρχισαν να ανακάμπτουν και διατηρούν έκτοτε ανοδική πορεία.

Βέβαια, η ανταγωνιστικότητα είναι μια σύνθετη υπόθεση. Είναι συνάρτηση μιας σειράς παραγόντων, μεταξύ των οποίων ίσως από τους πιο σημαντικούς είναι και το εργατικό κόστος. Υπάρχουν όμως και πολλοί άλλοι, εξ’ίσου ή και λιγότερο σημαντικοί. Θα πρέπει και αυτοί οι άλλοι παράγοντες να συνεισφέρουν θετικά για να επιτευχθεί ο στόχος της ανάπτυξης των εξαγωγών.

Ένας από τους άλλους αυτούς παράγοντες είναι το τεχνολογικό επίπεδο των παραγόμενων στην χώρα προϊόντων. Δυστυχώς, η ελληνική παραγωγή δεν χαρακτηρίζεται για την ενσωμάτωση ιδιαίτερα υψηλής τεχνολογίας. Μέχρι τώρα τουλάχιστον τα ελληνικά προϊόντα είναι κατά κανόνα χαμηλού έως μέσου τεχνολογικού επιπέδου. Τέτοια προϊόντα όμως προσφέρονται από άπειρες άλλες προελεύσεις, ώστε να επικρατεί εξοντωτικός ανταγωνισμός στις διεθνείς αγορές.

Και σαν να μην έφθανε αυτό, οι ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις είναι, στην μεγάλη πλειοψηφία τους, μικρομεσαίου μεγέθους με σοβαρές ελλείψεις σε θέματα οργανωτικής, χρηματοοικονομικής και γενικότερης υποδομής. Ταυτόχρονα και η εφαρμογή σύγχρονου μάρκετινγκ είναι σε μεγάλο βαθμό ανύπαρκτη. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι το συγκριτικό πλεονέκτημα των ελληνικών εξαγόμενων προϊόντων να περιορίζεται στην χαμηλή τιμή.

Η τιμή είναι ο ευκολότερος τρόπος απόκτησης συγκριτικού πλεονεκτήματος, όχι όμως οπωσδήποτε και ο πιο αποτελεσματικός. Σε κάθε περίπτωση πάντως, αυτό το ίδιο συγκριτικό πλεονέκτημα χρησιμοποιούν και όλες οι άλλες χώρες που προσφέρουν χαμηλής τεχνολογίας προϊόντα και ταυτόχρονα για διάφορους λόγους διαθέτουν πολύ χαμηλό εργατικό κόστος, πράγμα που δεν συμβαίνει από πολλού στην χώρα μας.

Η λύση βρίσκεται λοιπόν στην παραγωγή προϊόντων υψηλής τεχνολογίας. Πως όμως θα γίνει αυτό; Κατά την γνώμη μου υπάρχουν δύο τρόποι. Ή να αναπτύξουμε τα προϊόντα αυτά μόνοι μας, μέσα από έρευνα και ανάπτυξη (R&D) δική μας ή να τα αποκτήσουμε μέσα από προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων.

Ο πρώτος τρόπος, μολονότι πραγματοποιήσιμος, αφού ικανοί Έλληνες ερευνητές και γενικά επιστήμονες αφθονούν τόσο στα ελληνικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα όσο και στο εξωτερικό, θα απαιτήσει σημαντικό χρόνο, αφού θα χρειασθεί ισχυρή πολιτική βούληση και ευρεία συναίνεση για να δημιουργηθεί το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο για βασική, όσο και εφαρμοσμένη έρευνα σε απ’ευθείας σύνδεση με την βιομηχανία και την παραγωγή. Επιτυχημένα παραδείγματα άλλων χωρών προς μελέτη υπάρχουν πλείστα όσα. Αποκαλυπτικό είναι το παράδειγμα του Ισραήλ (βλ. παρακάτω προτεινόμενο για ανάγνωση άρθρο).

Ο δεύτερος τρόπος έγκειται στην προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων. Ωστόσο, όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι για να μπορέσουμε να προσελκύσουμε άμεσες ξένες επενδύσεις πρέπει να αλλάξουν ακόμα πολλά στην χώρα, ώστε να αποκτήσει το απαιτούμενο θεσμικό, οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο που θα είναι ελκυστικό για τους ξένους επενδυτές. Πρέπει να γίνουμε ρεαλιστές και να ξεφύγουμε από νοοτροπίες του τύπου «δεν θα γίνουμε Ιρλανδία».

Αντίθετα, το παράδειγμα της Ιρλανδίας αρκεί για να πεισθεί κανείς για την αποτελεσματικότητα των άμεσων ξένων επενδύσεων στην οικονομική ανάπτυξη και την ανάπτυξη των εξαγωγών. Ένα άλλο ισχυρό παράδειγμα αποτελεί η Τσεχία, στην οποία, κατά την 15ετία μετά τις αλλαγές στο πολιτικό καθεστώς, εισέρευσαν πάνω από 70 δισ. δολάρια άμεσες ξένες επενδύσεις, σε κλάδους όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, η πληροφορική, τα ηλεκτρονικά, η ηλεκτροβιομηχανία, οι κατασκευές μηχανών κ.ά. Και όλα αυτά σχεδόν χωρίς χρηματοοικονομικά κίνητρα.

Η Ιρλανδία, όπως είναι γνωστό, έπεσε στην δίνη της κρίσης λόγω ανοιγμάτων των τραπεζών της και όχι λόγω δημοσιονομικών προβλημάτων ή προβλημάτων στο ισοζύγιο πληρωμών, όπως η Ελλάδα. Ήδη όμως λόγω της ύπαρξης παραγωγικού δυναμικού υψηλής τεχνολογίας χάρη στις άμεσες ξένες επενδύσεις, οι εξαγωγές της ανέκαμψαν και βοήθησαν στην επάνοδο στην κανονικότητα.

Κατά την γνώμη μου δεν υπάρχει πραγματικό δίλημμα μεταξύ των δύο τρόπων ανάπτυξης υψηλών τεχνολογικά προϊόντων. Και οι δύο μπορούν και πρέπει να συνυπάρξουν. Άλλωστε, μεταξύ τους υπάρχει μεγάλη αλληλεξάρτηση. Ο ένας χρειάζεται και ταυτόχρονα βοηθάει τον άλλο.

Γιάννης Παπαδημητρίου

http://www.capital.gr/Articles.asp?id=2172083

Tag Cloud

%d bloggers like this: