Thoughts and opinions on Greece's economy, society, politics, foreign trade

Posts tagged ‘άμεσες ξένες επενδύσεις’

Διεθνείς ανακατατάξεις και ελληνική οικονομία

Σήμερα, όλες οι χώρες έχουν ανάγκη το διεθνές εμπόριο για να ευημερήσουν. Καμιά χώρα δεν μπορεί να είναι αυτάρκης. Ιδιαίτερα οι μικρότερες, όπως η Ελλάδα. Η Ελλάδα, για να ευημερήσει είναι «καταδικασμένη» να έχει ανοιχτά τα σύνορά της στο διεθνές εμπόριο. Πρέπει να μπορούμε να εισάγουμε όλα τα αγαθά και υπηρεσίες που χρειαζόμαστε, με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα πληρώνουμε με την εξαγωγή δικών μας προϊόντων και υπηρεσιών, με δική μας δηλαδή προστιθέμενη αξία, με δικό μας εισόδημα και όχι με δανεικά.

Η δόμηση μιας αποτελεσματικής και ανταγωνιστικής διεθνώς οικονομίας είναι αναγκαία σήμερα περισσότερο από ποτέ, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τα μεγάλα προβλήματα που μας κατατρύχουν αυτή την εποχή, αλλά και για να εξασφαλίσουμε ακόμα και αυτή την επιβίωσή μας σαν έθνος.

Είναι γενικά παραδεκτό από κάθε νηφάλιο και αντικειμενικό παρατηρητή ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα ανάγονται σε δικά μας λάθη και παραλείψεις. Ένα τραγικό λάθος μας ήταν π.χ. ότι, παρά τις προειδοποιήσεις των αρμόδιων εθνικών και διεθνών οργανισμών, δεν διαγνώσαμε ή αγνοήσαμε παντελώς τις ανακατατάξεις στην διεθνή οικονομία τα τελευταία χρόνια και πάντως, δεν κάναμε καμιά προσπάθεια να προσαρμοσθούμε.

Άλλες χώρες, όπως η Σουηδία και η Γερμανία, προσπάθησαν και προσαρμόσθηκαν. Τα προγράμματα Hartz, ιδιαίτερα το Hartz IV, ενσωμάτωσαν τις προσπάθειες της Γερμανίας να ανταποκριθεί στα νέα δεδομένα της παγκόσμιας οικονομίας. Με τα μέτρα που έλαβε η Γερμανία πριν από 10-15 χρόνια κατόρθωσε να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της, γεγονός που είχε αντίκτυπο έναντι και των χωρών του ευρωπαϊκού νότου. Ακούγεται από χείλη ειδικών ότι το πλεονέκτημα που απέκτησε η Γερμανία με την διαδικασία αυτή, π.χ. έναντι της Ελλάδας, ανήλθε στις 30 περίπου μονάδες ανταγωνιστικότητας (στο μεταξύ έχει μειωθεί κάπως).

Ποιες είναι όμως οι διεθνείς ανακατατάξεις, για τις οποίες μιλάμε; Η παραπέρα απελευθέρωση των διεθνών εμπορικών ανταλλαγών στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης τα τελευταία χρόνια , είχε σαν αποτέλεσμα μια τεράστιας έκτασης μεταφορά πόρων από τις αναπτυγμένες δυτικές οικονομίες προς τις νέες, αναδυόμενες οικονομίες, ήτοι Κίνα, Ινδία, Βραζιλία, Ρωσία, Τουρκία κ.ά. Οι χώρες αυτές παρουσίαζαν για αρκετό χρονικό διάστημα – στο μεταξύ έχει αμβλυνθεί κάπως – μεγάλο δυναμισμό και αναπτύσσονταν με ασύγκριτα υψηλότερους ρυθμούς σε σχέση με τις προηγμένες οικονομίες της Δύσης, αποσπώντας πόρους από αυτές δια μέσου του διεθνούς εμπορίου, επειδή ήταν και συνεχίζουν βέβαια να είναι πιο ανταγωνιστικές, αν και πλέον σε χαμηλότερα επίπεδα, κυρίως λόγω της φθηνής εργασίας που διαθέτουν. Αν δε λάβει κανείς υπόψη του τα τεράστια αποθέματα φθηνού εργατικού δυναμικού που υπάρχουν ακόμη σ’αυτές τις χώρες, πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτή η διαδικασία θα κρατήσει μάλλον για πολύ.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η Ελλάδα έπρεπε να είχε εκσυγχρονίσει και ενισχύσει την οικονομία της, όχι μόνο για να θωρακισθεί έναντι του κινδύνου του ανταγωνισμού των αναδυόμενων αγορών, αλλά και για να αποκτήσει μια άξια λόγου, σύγχρονη παραγωγική μηχανή, σε σημείο που να μπορεί να προσφέρει στην διεθνή αγορά ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες. Δυστυχώς, δεν έγινε αυτό τον καιρό που έπρεπε. Πρέπει όμως να γίνει τώρα, έστω με καθυστέρηση.

Είναι δύσκολο εγχείρημα, όχι όμως ακατόρθωτο. Προσωπικά, πιστεύω ότι τα μνημόνια, με τις μεταρρυθμίσεις που προέβλεπαν, επιδίωκαν από την αρχή την δημιουργία των προϋποθέσεων για τον εκσυγχρονισμό και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Εμείς, όμως, δεν είδαμε το πράγμα ποτέ έτσι.  Αντίθετα, το ακατανίκητο πολιτικό κόστος, μας εξωθούσε να κάνουμε το παν για να μην εφαρμόζουμε τα μνημόνια. Συνέπεια αυτής της τακτικής είναι το τελευταίο που είναι το βαρύτερο από όλα τα προηγούμενα. Η κυβέρνηση, αν και με βαριά καρδιά, υποσχέθηκε ότι θα το εφαρμόσει. Όπως πληροφορηθήκαμε πρόσφατα, μόλις προλάβαμε την πτώχευση, με την βοήθεια των Γάλλων, των Ιταλών και των Κυπρίων, αφού όλοι οι υπόλοιποι της Ευρωζώνης είχαν πεισθεί από τον κ. Σόϊμπλε να μας πετάξουν έξω από το Ευρώ.

Προσωπικά, είμαι αισιόδοξος. Πρέπει όμως να το πάρουμε απόφαση. Το χάπι είναι πικρό, αλλά δεν υπάρχει άλλη επιλογή, όπως παραδέχτηκε και ο κ. Τσίπρας, τελευταία. Όσο ταχύτερα υλοποιήσουμε τα προβλεπόμενα μέτρα, τόσο γρηγορότερα θα βγούμε από την κρίση.

Η επιτυχία συνδέεται άμεσα με την δημιουργία του πλαισίου για την ανάπτυξη και στήριξη υγιούς επιχειρηματικότητας. Ημεδαπής ή αλλοδαπής προέλευσης.  Κατά την γνώμη μου, οι άμεσες επενδύσεις από το εξωτερικό είναι πιο σημαντικές για πολλούς λόγους. Γιατί θα φέρουν ρευστότητα στην χώρα, αγαθό σε μεγάλη ανεπάρκεια αυτή την στιγμή, αλλά και γιατί θα εισαγάγουν προηγμένη τεχνολογία και τεχνογνωσία που επίσης χρειζόμαστε πολύ. Παράλληλα, πρέπει να προωθηθούν και οι νέοι Έλληνες επιχειρηματίες, όπως και οι νεοφυείς επιχειρήσεις.

Με την δημιουργία υγιών επιχειρήσεων θα έλθει και η αλλαγή. Το νέο, εξωστρεφές παραγωγικό μοντέλο, που θα φέρει θέσεις εργασίας, εισόδημα για περισσότερους εργαζόμενους, αλλά και έσοδα για το κράτος, ώστε  να ανταποκριθεί στις πραγματικές του αρμοδιότητες. Η οικονομία μας χρειάζεται επιχειρηματίες που βλέπουν μακριά και τολμούν να πάρουν ρίσκα, όπως οι 10 που ξεχώρισαν το 2015, σύμφωνα με την “Ημερησία” της 26/12/15  (βλ. http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=26519&subid=2&pubid=113877792).

Η επιχείρηση είναι ο πυρήνας, η μονάδα μέσα στην οποία παράγεται πλούτος. Για να λειτουργήσει όμως αποτελεσματικά, πρέπει να απαλλάξουμε την οικονομία από τον παρασιτισμό και την διαπλοκή και να προωθήσουμε πάση θυσία την ανάπτυξη ενός σωστού και δίκαιου νομικού πλαισίου για τις επιχειρήσεις, χωρίς παραθυράκια και ευνοϊκές ρυθμίσεις για κανένα.

Ο υγιής ανταγωνισμός θα πρέπει να είναι το κόσκινο για την ανάδειξη των ικανότερων επιχειρηματιών και επιχειρήσεων στην αγορά. Όσο κι’ αν ψάξουμε δεν υπάρχει καλύτερη διαδικασία. Προ παντός δεν είναι λύση οι διαρκείς, άστοχες και μεροληπτικές παρεμβάσεις της διοίκησης και του πολιτικού συστήματος, που έχουν διαμορφώσει το καθεστώς που έχουμε γνωρίσει μέχρι τώρα, που ούτε στα καπιταλιστικά, ούτε στα σοσιαλιστικά, ούτε σε κάποιο άλλο σύστημα μπορούμε να το κατατάξουμε. Πρόκειται μάλλον για ένα μεσοβέζικο πράγμα, ένα σύστημα άκρατου κρατικού παρεμβατισμού που ευνοεί την διαπλοκή και τους εκάστοτε κρατούντες, μαζί με τους δικούς τους, τους ημέτερους, όπως λέμε «τα δικά μας παιδιά», πράσινα, γαλάζια, κόκκινα, ρόζ, δεν έχει σημασία.

Γιάννης Παπαδημητρίου

 

Ξένες επενδύσεις και μάρκετινγκ

Γενική είναι η διαπίστωση ότι πρέπει να γίνουν παραγωγικές επενδύσεις για να βγούμε από την ύφεση  και να υπάρξει και πάλι ανάπτυξη στην οικονομία και μείωση έτσι της μεγάλης ανεργίας που μαστιζει την χώρα. Πολλοί υποστηρίζουν ότι οι επενδύσεις αυτές, υπό τις παρούσες συνθήκες ανύπαρκτης ρευστότητας,  μπορεί να προέλθουν μόνο από το εξωτερικό.

Οι επενδύσεις από το εξωτερικό, εκτός από την συμβολή τους στην μεγέθυνση του ΑΕΠ θα βοηθήσουν και στην αύξηση της ρευστότητας, που αυτή την στιγμή είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας.

Στην δημόσια συζήτηση, η άποψη για την αναγκαιότητα προσέλκυσης επενδύσεων από το εξωτερικό φαίνεται να εδραιώνεται στην μεγάλη πλειοψηφία των κομμάτων, στα οποία συμπεριλαμβάνεται τώρα πλέον και ο Σύριζα, μετά τις εξελίξεις στο κόμμα αυτό και την απόφασή του υπέρ της παραμονής της χώρας στο Ευρώ. Βέβαια, υπάρχουν ακόμα φωνές στον Σύριζα υπέρ των προ της μεταστροφής απόψεων, για μεγαλύτερη δηλαδή εμπλοκή του κράτους στην οικονομία, οπότε οι ιδιωτικές επενδύσεις δεν είναι και τόσο ευπρόσδεκτες. Ωστόσο, οι φωνές αυτές είναι μάλλον αδύναμες και υπό την πίεση του μνημονίου, αλλά και την στάση του κ. Τσίπρα που φαίνεται αποφασισμένος να το εφαρμόσει, πρέπει να μην είναι ικανές να επιβάλλουν την γραμμή τους.

Σαν συνέπεια των παραπάνω, μπορούμε νομίζω να δεχτούμε ότι υπάρχει σε μεγάλη έκταση πολιτική συναίνεση υπέρ των επενδύσεων από ξένες επιχειρήσεις.

Η πολιτική συναίνεση είναι σημαντικότατος παράγοντας δημιουργίας ευνοϊκού κλίματος υπέρ των επενδύσεων γενικά και ειδικότερα υπέρ της προσέλκυσης επενδύσεων από το εξωτερικό. Ωστόσο, δεν αρκεί η ικανοποίηση μόνο αυτής της προϋπόθεσης. Είναι και ένας καλός αριθμός άλλων προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται, επίσης.

Στο σημείο αυτό, θεωρώ ότι μπορεί να βοηθήσει, έστω για την κατανόηση του προβλήματος, η διαδικασία που έχει επικρατήσει και εφαρμόζεται στο μάρκετινγκ, προκειμένου για την επέκταση μιας επιχείρησης σε μια νέα αγορά, ιδιαίτερα μια αγορά του εξωτερικού.

Ένας μαρκετίστας, προκειμένου να προτείνει στην διοίκηση της εταιρείας του την επέκτασή της σε μια ξένη αγορά, ερευνά και λαμβάνει υπόψη του τα ισχύοντα στο περιβάλλον της νέας αγοράς και μάλιστα σε δύο επίπεδα. Το ένα είναι το μακροπεριβάλλον (macro environment) και το άλλο το μικροπεριβάλλον (micro environment), (βλ. προηγούμενη ανάρτηση στο παρόν μπλόγκ).

Στο μακροπεριβάλλον που αποτελεί τον ευρύτερο περίγυρο της επιχείρησης σε μια αγορά, συγκαταλέγονται, το πολιτικο/θεσμικό πλαίσιο, το οικονομικό πλαίσιο, το κοινωνικο/πολιτιστικό πλαίσιο και το τεχνολογικό πλαίσιο που επικρατούν στην αγορά αυτή.

Το μικροπεριβάλλον της επιχείρησης σε  μια αγορά αφορά στον άμεσο περίγυρό της.Στο μικροπεριβάλλον συγκαταλέγονται οι αγοραστές, οι ανταγωνιστές, οι ενδιάμεσοι, οι προμηθευτές και το κοινό.

Ο ξένος επενδυτής λειτουργεί όπως μια επιχείρηση που ερευνά να επεκτείνει τις πωλήσεις της σε μια νέα αγορά του εξωτερικού. Ερευνά την οικονομία της χώρας στην οποία  προτίθεται να επενδύσει.

Βασικός στόχος της διερεύνησης του μακρο και μικροπεριβάλλοντος της οικονομίας της ξένης χώρας είναι ο εντοπισμός και η μελέτη των ευκαιριών ( opportunities) και των απειλών (threats) που ενδεχόμενα θα συναντήσει η επιχείρηση. Όσο περισσότερο υπερτερούν οι ευκαιρίες έναντι των απειλών, τόσο μεγαλύτετρη είναι η πιθανότητα η επιχείρηση να αποφασίσει υπέρ της δραστηριοποίησής της στην ξένη χώρα.

Σε αντίθεση με τις συνθήκες του μικροπεριβάλλοντος, εκείνες του μακροπεριβάλλοντος είναι μεγαλύτερης και πρωταρχικής σημασίας για την απόφαση μιας επιχείρησης να επενδύσει σε μια ξένη χώρα. Για την επιχείρηση οι συνθήκες αυτές είναι δεδομένες. Δεν μπορεί να τις επηρεάσει. Την δυνατότητα αυτή έχει μόνο η κυβέρνηση της χώρας.

Με άλλα λόγια,  η ελληνική κυβέρνηση, αν έχει την βούληση,  μπορεί να πάρει τα κατάλληλα μέτρα με σκοπό την διαμόρφωση ευνοϊκού για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων μακροπεριβάλλοντος. Η υποτιθέμενη συναίνεση της πλειοψηφίας των πολιτικών δυνάμεων, για πρώτη φορά στα χρονικά της σύγχρονης Ελλάδας, αποτελεί ευνοϊκό πλαίσιο για μια τέτοια εξέλιξη. Με την «βοήθεια» και του μνημονίου που επιβάλλει μια σειρά από απαραίτητες για τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής οικονομίας μεταρρυθμίσεις, που έπρεπε ούτως ή άλλως να τις είχαμε κάνει προ πολλού από μόνοι μας, πιστεύω ότι θα κάνουν το έργο της κυβέρνησης πιο εύκολο.

Τέλος, θεωρώ, ότι η κατάσταση της χώρας θα ήταν πολύ καλύτερη σήμερα, αν οι κάθε είδους ηγέτες μας και οι διαμορφωτές κοινής γνώμης, είχαν κάποια επαφή με τις διαδικασίες του μάρκετινγκ ή αν οι πολιτικοί μας και ειδικότερα οι βουλευτές μας, αντί μελών των οικογενειών ή φίλους τους, προσλάμβαναν στα γραφεία τους στην βουλή μαρκετίστες για συμβούλους τους. Θα γνώριζαν έτσι την σημασία και θα συνέβαλλαν στην διαμόρφωση του κατάλληλου για την προσέγγιση ξένων επενδύσεων μακροπεριβάλλοντος, συμβάλλοντας έτσι στην ενίσχυση της παραγωγικής βάσης της χώρας, κάτι που είναι ιδιαίτερα αναγκαίο να γίνει σήμερα για την υπέρβαση της κρίσης.

Γιάννης Παπαδημητρίου

16/11/2015

Μνημόνια και ανάπτυξη

Αυτές τις μέρες είναι πάλι στην επικαιρότητα το θέμα της ανάπτυξης της οικονομίας.

Σε σχέση με την συμφωνία για ένα νέο πρόγραμμα διάσωσης (λέγεται και μνημόνιο) γίνεται λόγος για το πακέτο ανάπτυξης Junker ύψους 35 δις Ευρώ.  Το πακέτο αυτό παρουσιάστηκε από τον πρωθυπουργό σαν μια επιτυχία, η οποία αντισταθμίζει σε κάποια έκταση τα σκληρά μέτρα της συμφωνίας.

Αναπτυξιακά «πακέτα» της ΕΕ για την Ελλάδα υπήρξαν στο παρελθόν, όπως θυμόμαστε όλοι, πλείστα όσα. Ήταν φυσικά όλα ευπρόσδεκτα, όπως και το προκείμενο. Από τα Ολοκληρωμένα Μεσογειακά Προγράμματα που θεσπίσθηκαν με την εισήγηση και επιμονή του Ανδρέα Παπανδρέου, τα πακέτα Ντελόρ και άλλα, μέχρι το σημερινό ΕΣΠΑ. Δισεκατομμύρια Ευρώ μπήκαν στην χώρα με τα πακέτα αυτά.

Τί αντίκτυπο είχαν όμως αυτά τα πακέτα στην εθνική μας οικονομία;

Προφανώς η ανάπτυξη της οικονομίας δεν βοηθήθηκε και πολύ. Παρά τον πακτωλό των πακέτων, οι δείκτες οικονομικής δραστηριότητας δεν εξελίχθηκαν ευνοϊκά τις τελευταίες 10ετίες. Για παράδειγμα, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου, που αντικατοπτρίζει κατά κάποιο τρόπο την παραγωγική δύναμη της οικονομίας υπήρξε διαχρονικά εξαιρετικά μεγάλο. Την 10ετία του 2000, φερ’ειπείν, με τις εξαγωγές μας καλύπταμε κατά μέσο όρο μόλις το 30-40% των εισαγωγών μας. Απο τα χαμηλότερα ποσοστά, αν όχι το πιο χαμηλό, στην Ευρωζώνη και στην ΕΕ γενικότερα.

Τί σημαίνει αυτό;

Τα στατιστικά στοιχεία αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα. Η οικονομία μας δεν παρήγαγε ποτέ επαρκή όγκο και ποικιλία διεθνώς εμπορεύσιμων και ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών. Τα εξαγόμενα ελληνικά προϊόντα ήταν διαχρονικά, κατά κανόνα χαμηλού τεχνολογικού επιπέδου, ενώ και η εφαρμογή σύγχρονου μάρκετινγκ από την πλειονότητα των μικρομεσαίων κυρίως εξαγωγέων μας δεν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις των διεθνών αγορών. Αποτέλεσμα ήταν οι εξαγωγές μας να υφίστανται απηνή ανταγωνισμό στις ξένες αγορές, αφού του ίδιου τεχνολογικού επιπέδου προϊόντα προσφέρονται από πολλές άλλες χώρες του κόσμου, εν πολλοίς μάλιστα και χαμηλότερου κόστους.

Η πικρή αυτή παραγματικότητα αποτελεί, κατά την γνώμη μου, το μεγάλο πρόβλημα της οικονομίας μας και ταυτόχρονα την μεγάλη πρόκληση για κάθε ελληνική κυβέρνηση, αλλά και για κάθε Έλληνα που θέλει να νιώθει εθνικά υπερήφανος.

Από την ανάπτυξη της παραγωγικής μηχανής της οικονομίας μας θα εξαρτηθεί η βελτίωση της ζωής μας και η απελευθερωσή μας από μνημόνια, «κακούς» εταίρους, «ταπεινώσεις», «υποταγές» και τα άλλα που ακούμε τελευταία.

Χωρίς ισχυρή οικονομία, μια οικονομία που θα παράγει προϊόντα και υπηρεσίες σε βαθμό που να μπορεί να «πληρώνει» με δική μας προστιθέμενη αξία, δηλαδή με δικό μας «ιδρώτα», με δικό μας εισόδημα, τα προϊόντα και τις υπηρεσίες άλλων χωρών που πρέπει να εισάγουμε, μια οικονομία που σε τελευταία ανάλυση θα προσφέρει θέσεις εργασίας σε όλους μας και δεν θα χρειάζεται να μεταναστεύουμε, είναι η οικονομία στην οποία πρέπει να στοχεύσουμε. Με μια τέτοια οικονομία θα μπορούμε να σταθούμε επί ίσοις όροις με τους εταίρους μας στην ΕΕ, στην Ευρωζώνη και στο σύνολο της διεθνούς κοινότητας, με αξιοπρέπεια και πραγματική εθνική υπερηφάνεια, αφού μόνο τότε θα πάψουμε να είμαστε με το χέρι προτεταμένο για βοήθεια και αλληλεγύη.

Πώς θα πετύχουμε τον στόχο αυτό;

Πάντως, όχι με «πακέτα» ή μόνο με πακέτα ανάπτυξης. Και αυτά είναι αναγκαία, αλλά, για να «πιάσουν τόπο», χρειάζεται προηγουμένως να γίνουν και μερικά άλλα πράγματα, ίσως πολύ πιο σημαντικά.

Θα πρέπει κατ’αρχήν να αλλάξουμε παραγωγικό μοντέλο. Θα πρέπει να υιοθετήσουμε ένα μοντέλο όπου προτεραιότητα θα έχει η παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων και ταυτόχρονα ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών. Αυτό συνεπάγεται ενσωμάτωση περισσότερης υψηλής τεχνολογίας στην παραγωγή μας, προερχόμενη, είτε από δική μας βασική και εφαρμοσμένη έρευνα, είτε από εισαγόμενη, είτε μέσα από άμεσες ξένες επενδύσεις στοχευμένα υψηλής τεχνολογίας. Ταυτόχρονα, πρέπει να διευκολύνουμε και να υποστηρίξουμε παντοιοτρόπως την επιχειρηματικότητα. Η επιχείρηση είναι το κοινωνικό κύτταρο όπου με τον συνδυασμό των παραγωγικών συντελεστών παράγεται πλούτος, εισόδημα.

Ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν αλλάξουμε, αν προσαρμοσθούμε στα νέα δεδομένα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ξεφύγουμε από την νοοτροπία του υπέρμετρου κρατισμού, να φροντίσουμε να απαλλάξουμε την ιδιωτική οικονομία από τον σφιχτό εναγκαλισμό του κράτους, τις πελατειακές σχέσεις, τις κάθε είδους στρεβλώσεις, την διαπλοκή, την διαφθορά.

Αν παραβλέψουμε τα μέτρα για την δημοσιονομική ισορροπία και σταθερότητα, την επίτευξη του στόχου αυτού επιδιώκουν και οι περισσότερες τουλάχιστον από τις μεταρρυθμίσεις που μας προτείνουν ή/και θέλουν να μας επιβάλλουν οι εταίροι μας.

Κανονικά θα έπρεπε όλες αυτές τις μεταρρυθμίσεις να τις κάναμε μόνοι μας. Χωρίς την προτροπή ή έστω τον εξαναγκασμό των Ευρωπαίων εταίρων μας. Εμείς όμως δεν θέλουμε να αλλάξει τίποτε. Ή μάλλον, όλοι μας λέμε ναί στις μεταρρυθμίσεις, αλλά μόνο σε εκείνες που αφορούν τους άλλους. Όχι ότι νομίζουμε ότι θίγει εμάς. Είναι δυνατό όμως να αλλάζουν όλα γύρω μας και εμείς να παραμένουμε αμετακίνητοι στις στρεβλώσεις και τα «κεκτημένα» που κληρονομήσαμε από το παρελθόν;

Είναι τόσο ισχυρά τα συμφέροντα που θέλουν να μας κρατούν δέσμιους του παρελθόντος; Ή μήπως είναι πολύ αδύναμο το πολιτικό κατεστημένο μας και δεν αντέχει στις πιέσεις; Σε τί ωφέλησε όμως το ΠΑΣΟΚ η αποφυγή του πολιτικού κόστους και αργότερα την Νέα Δημοκρατία, όταν μετά τις τελευταίες ευρωεκλογές ο κ. Σαμαράς μετασχημάτισε την κυβέρνησή του προς το «λαϊκότερο»; Αφού το έβλεπαν ότι θα έχαναν στις εκλογές, ας έκαναν τουλάχιστον το σωστό. Θα έμεναν με θετικό πρόσημο στην ιστορία.

Πρέπει να το πάρουμε απόφαση. Το φάρμακο όσο πικρό και να είναι, είναι ανάγκη  να το πάρουμε, γιατί μόνο έτσι θα γίνουμε καλά. Διαφορετικά θα «σερνόμαστε» με το πρόβλημά μας όπως τα 5 χρόνια μέχρι τώρα, στα οποία όπως φαίνεται προστίθενται άλλα 3, δηλαδή σύνολο 8 και βλέπουμε… Και αυτό, ενώ Ιρλανδία και Πορτογαλία που ήταν και αυτές σε μνημόνια έχουν επιστρέψει προ πολλού στην κανονικότητα και προβλέπουν για το 2015 ανάπτυξη 3,6% και 1,6% αντίστοιχα, ενώ και η Ισπανία που εφάρμοσε δικό της μνημόνιο αναπτύσσεται με 2,8%.

Η σύγκρουση με τις ομάδες συμφερόντων, αγνοώντας το πολιτικό κόστος, είναι αναγκαία για την αναπροσαρμογή της ελληνικής οικονομίας με στόχο το νέο παραγωγικό μοντέλο. Όσο πιο γρήγορα το καταλάβουμε αυτό, πολιτικοί και λαός, τόσο γρηγορότερα θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε από την σημερινή μιζέρια και την ανάμειξη των άλλων στα του οίκου μας.

Γιάννης Παπαδημητρίου

22-7-2015

Τι είναι το μάρκετινγκ;

Το μάρκετινγκ είναι η επιχειρηματική φιλοσοφία που έχει ενστερνισθεί και ακολουθεί μια επιχείρηση με σκοπό να πετύχει τους στόχους της.

Οι απαρχές του μάρκετινγκ ανάγονται στην βιομηχανική επανάσταση, όταν άρχισαν να παράγονται μαζικά διάφορα καταναλωτικά προϊόντα. Η κυριαρχούσα επιχειρηματική φιλοσοφία, τότε και μέχρι περίπου τις αρχές του 20ού αιώνα, ήταν επικεντρωμένη στην παραγωγή. Οι επιχειρήσεις την εποχή εκείνη δεν είχαν κανένα πρόβλημα να διαθέσουν τα προϊόντα που παρήγαγαν. Οι παραγωγοί/κατασκευαστές ήταν λίγοι και η πώληση των προϊόντων τους ήταν εξασφαλισμένη.

Η παραγωγοκεντρική φιλοσοφία αποδίδεται με τον καλύτερο τρόπο με την απάντηση που έδωσε ο ιδρυτής της γνωστής αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, Χένρυ Φόρντ, το 1909, στην ερώτηση, αν οι αγοραστές μπορούσαν να αποκτήσουν το Μοντέλο Τ της Φόρντ, του πιο πετυχημένου τότε αυτοκινήτου στις ΗΠΑ, σε κάποιο χρώμα της προτίμησής τους. Η απάντηση του Φόρντ ήταν «ναι, μπορούν να το αποκτήσουν σε όποιο χρώμα θέλουν, αρκεί αυτό να είναι μαύρο». Η φράση αυτή του Φόρντ περιέχεται στην αυτοβιογραφία του, Henry Ford “My Life and Work”, 1922.

Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου άρχισαν να πληθαίνουν οι προμηθευτές και να δημιουργείται σκληρός ανταγωνισμός μεταξύ τους. Οι επιχειρήσεις άρχισαν να συναντούν δυσκολίες στην διάθεση των προϊόντων τους. Η προσπάθειές τους αρχικά είχαν επικεντρωθεί στην εντονότερη προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων που παρήγαγαν, χωρίς ακόμη να λαμβάνουν υπόψη τους τις επιθυμίες και ανάγκες των καταναλωτών/χρηστών. Αυτή ήταν η εποχή της επιχειρηματικής φιλοσοφίας που είχε στο επίκεντρό της τις πωλήσεις.

Από την 10ετία του 1950 οι επιχειρήσεις, ιδιαίτερα στην Αμερική, υπό την πίεση του συνεχώς αυξανόμενου ανταγωνισμού, αντιλήφθηκαν ότι είναι ο καταναλωτής/χρήστης στον οποίο πρέπει να στρέψουν το ενδιαφέρον τους, αφού αυτός είναι τώρα εκείνος που αποφασίζει τι θα αγοράσει και όχι ο παραγωγός/κατασκευαστής. Θα έπρεπε λοιπόν να προσπαθήσουν να διαγνώσουν τις ανάγκες και επιθυμίες του και να τις ικανοποιήσουν με τα προϊόντα τους κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, γιατί έτσι εξυπηρετούνταν καλύτερα και οι δικοί τους επιχειρηματικοί στόχοι. Αυτή υπήρξε η απαρχή της πελατοκεντρικής επιχειρηματικής φιλοσοφίας. Είναι η εποχή του σύγχρονου μάρκετινγκ όπως το γνωρίζουμε σήμερα.

Ύστερα από αυτή την ιστορική αναφορά μπορούμε εν συντομία να πούμε ότι:

• Μάρκετινγκ σήμερα είναι πρώτα απ’όλα η επιχειρηματική φιλοσοφία η οποία τοποθετεί τον πελάτη στο επίκεντρο της επιχειρηματικής σκέψης και δράσης. Η επιχείρηση προγραμματίζει και δρα πελατοκεντρικά. Ο πελάτης είναι ο «βασιλιάς».

• Η επιχείρηση προσπαθεί να διαγνώσει υπάρχουσες και λανθάνουσες ανάγκες και επιθυμίες του πελάτη και προσπαθεί να τις ικανοποιήσει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο (καλύτερα από τους ανταγωνιστές της), αναγνωρίζοντας ότι έτσι εξυπηρετούνται καλύτερα και οι δικοί της επιχειρηματικοί στόχοι.

• Σε ένα έντονα διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον, όπως είναι το σημερινό, όσο πιο καλύτερα μπορεί η επιχείρηση να ανταποκριθεί στην πρόκληση αυτή τόσο πιο επιτυχημένη θα είναι τελικά.

Στην πελατοκεντρική αγορά του σήμερα η επιχείρηση πρέπει να αγωνισθεί για την προτίμηση του αγοραστή. Τον αγώνα αυτόν τον κερδίζουν οι επιχειρήσεις που εφαρμόζουν ή που εφαρμόζουν αποτελεσματικότερα τα εργαλεία που τους προσφέρει το μάρκετινγκ. Από την σύλληψη της επιχειρηματικής ιδέας, την παραγωγή, διακίνηση κλπ. ενός προϊόντος μέχρι τα χέρια του πελάτη, η επιχειρηματική σκέψη και δραστηριοποίηση πρέπει να έχει στο επίκεντρό της την ικανοποίησή του πελάτη.

Το μάρκετινγκ, σαν φιλοσοφία, μπορεί να εφαρμοσθεί και πέραν των ορίων μιας επιχείρησης, στα πλαίσια π.χ. μιας ομάδας επιχειρήσεων ή μιας επιχειρηματικής οργάνωσης, αλλά και μιας τοπικής κοινωνίας, όπως μιας πόλης ή μιας περιφέρειας ή ακόμη και ενός κράτους.

Όταν πρόκειται, για παράδειγμα, να σχεδιαστούν και να υλοποιηθούν στρατηγικές, με στόχο π.χ. την κατάκτηση ξένων αγορών ή ακόμη και της εσωτερικής αγοράς (στα πλαίσια π.χ. μιας πολιτικής εδραίωσης της τοπικής παράγωγής ή υποκατάστασης εισαγωγών ή της προσέλκυσης τουριστών), το μάρκετινγκ μπορεί να δώσει την απάντηση στο ερώτημα «τι πρέπει να γίνει για να επιτευχθούν οι στόχοι που θα τεθούν». Σε πολλές χώρες γίνεται χρήση σύγχρονου μάρκετινγκ από διοικητικές μονάδες που μόλις αναφέρθηκαν.

Όπως άλλες δραστηριότητες, το μάρκετινγκ εξελίσσεται και αυτό, σε μια προσπάθεια συνεχούς προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες καταστάσεις στην αγορά, με στόχο να προσφέρει λύσεις σε παλιά και νέα προβλήματα των επιχειρήσεων.

Σήμερα, το μάρκετινγκ θεωρείται ένας αυτόνομος επιστημονικός κλάδος στα πλαίσια του κλάδου διοίκησης επιχειρήσεων, διδάσκεται στα πανεπιστήμια και εφαρμόζεται από εκατομμύρια επιχειρήσεις σε όλο τον κόσμο.

Γιάννης Παπαδημητρίου

Εξαγωγές και Τεχνολογία

Όπως είναι γνωστό, οι εξαγωγές δεν ήταν ποτέ μεταξύ των δυνατών πλευρών της ελληνικής οικονομίας. Δυστυχώς, αυτό αποδείχτηκε περίτρανα με την οικονομική κρίση που διέρχεται η χώρα.

Σύμφωνα με τις υποσχέσεις και τις προσδοκίες των ειδικών, η λεγόμενη εσωτερική υποτίμηση θα οδηγούσε στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση των εξαγωγών. Η αύξηση των εξαγωγών θα συνέβαλλε στην αύξηση του ΑΕΠ με αποτέλεσμα την ταχύτερη έξοδο από την κρίση και την επάνοδο στην κανονικότητα.

Αυτό συνέβη πράγματι σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης που είχαν την ίδια ή παρόμοια μοίρα με αυτή της Ελλάδας. Έτσι, οι εξαγωγές της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας, ενώ σημείωσαν κάμψη το 2008, το 2009 άρχισαν να ανακάμπτουν και διατηρούν έκτοτε ανοδική πορεία.

Βέβαια, η ανταγωνιστικότητα είναι μια σύνθετη υπόθεση. Είναι συνάρτηση μιας σειράς παραγόντων, μεταξύ των οποίων ίσως από τους πιο σημαντικούς είναι και το εργατικό κόστος. Υπάρχουν όμως και πολλοί άλλοι, εξ’ίσου ή και λιγότερο σημαντικοί. Θα πρέπει και αυτοί οι άλλοι παράγοντες να συνεισφέρουν θετικά για να επιτευχθεί ο στόχος της ανάπτυξης των εξαγωγών.

Ένας από τους άλλους αυτούς παράγοντες είναι το τεχνολογικό επίπεδο των παραγόμενων στην χώρα προϊόντων. Δυστυχώς, η ελληνική παραγωγή δεν χαρακτηρίζεται για την ενσωμάτωση ιδιαίτερα υψηλής τεχνολογίας. Μέχρι τώρα τουλάχιστον τα ελληνικά προϊόντα είναι κατά κανόνα χαμηλού έως μέσου τεχνολογικού επιπέδου. Τέτοια προϊόντα όμως προσφέρονται από άπειρες άλλες προελεύσεις, ώστε να επικρατεί εξοντωτικός ανταγωνισμός στις διεθνείς αγορές.

Και σαν να μην έφθανε αυτό, οι ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις είναι, στην μεγάλη πλειοψηφία τους, μικρομεσαίου μεγέθους με σοβαρές ελλείψεις σε θέματα οργανωτικής, χρηματοοικονομικής και γενικότερης υποδομής. Ταυτόχρονα και η εφαρμογή σύγχρονου μάρκετινγκ είναι σε μεγάλο βαθμό ανύπαρκτη. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι το συγκριτικό πλεονέκτημα των ελληνικών εξαγόμενων προϊόντων να περιορίζεται στην χαμηλή τιμή.

Η τιμή είναι ο ευκολότερος τρόπος απόκτησης συγκριτικού πλεονεκτήματος, όχι όμως οπωσδήποτε και ο πιο αποτελεσματικός. Σε κάθε περίπτωση πάντως, αυτό το ίδιο συγκριτικό πλεονέκτημα χρησιμοποιούν και όλες οι άλλες χώρες που προσφέρουν χαμηλής τεχνολογίας προϊόντα και ταυτόχρονα για διάφορους λόγους διαθέτουν πολύ χαμηλό εργατικό κόστος, πράγμα που δεν συμβαίνει από πολλού στην χώρα μας.

Η λύση βρίσκεται λοιπόν στην παραγωγή προϊόντων υψηλής τεχνολογίας. Πως όμως θα γίνει αυτό; Κατά την γνώμη μου υπάρχουν δύο τρόποι. Ή να αναπτύξουμε τα προϊόντα αυτά μόνοι μας, μέσα από έρευνα και ανάπτυξη (R&D) δική μας ή να τα αποκτήσουμε μέσα από προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων.

Ο πρώτος τρόπος, μολονότι πραγματοποιήσιμος, αφού ικανοί Έλληνες ερευνητές και γενικά επιστήμονες αφθονούν τόσο στα ελληνικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα όσο και στο εξωτερικό, θα απαιτήσει σημαντικό χρόνο, αφού θα χρειασθεί ισχυρή πολιτική βούληση και ευρεία συναίνεση για να δημιουργηθεί το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο για βασική, όσο και εφαρμοσμένη έρευνα σε απ’ευθείας σύνδεση με την βιομηχανία και την παραγωγή. Επιτυχημένα παραδείγματα άλλων χωρών προς μελέτη υπάρχουν πλείστα όσα. Αποκαλυπτικό είναι το παράδειγμα του Ισραήλ (βλ. παρακάτω προτεινόμενο για ανάγνωση άρθρο).

Ο δεύτερος τρόπος έγκειται στην προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων. Ωστόσο, όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι για να μπορέσουμε να προσελκύσουμε άμεσες ξένες επενδύσεις πρέπει να αλλάξουν ακόμα πολλά στην χώρα, ώστε να αποκτήσει το απαιτούμενο θεσμικό, οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο που θα είναι ελκυστικό για τους ξένους επενδυτές. Πρέπει να γίνουμε ρεαλιστές και να ξεφύγουμε από νοοτροπίες του τύπου «δεν θα γίνουμε Ιρλανδία».

Αντίθετα, το παράδειγμα της Ιρλανδίας αρκεί για να πεισθεί κανείς για την αποτελεσματικότητα των άμεσων ξένων επενδύσεων στην οικονομική ανάπτυξη και την ανάπτυξη των εξαγωγών. Ένα άλλο ισχυρό παράδειγμα αποτελεί η Τσεχία, στην οποία, κατά την 15ετία μετά τις αλλαγές στο πολιτικό καθεστώς, εισέρευσαν πάνω από 70 δισ. δολάρια άμεσες ξένες επενδύσεις, σε κλάδους όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, η πληροφορική, τα ηλεκτρονικά, η ηλεκτροβιομηχανία, οι κατασκευές μηχανών κ.ά. Και όλα αυτά σχεδόν χωρίς χρηματοοικονομικά κίνητρα.

Η Ιρλανδία, όπως είναι γνωστό, έπεσε στην δίνη της κρίσης λόγω ανοιγμάτων των τραπεζών της και όχι λόγω δημοσιονομικών προβλημάτων ή προβλημάτων στο ισοζύγιο πληρωμών, όπως η Ελλάδα. Ήδη όμως λόγω της ύπαρξης παραγωγικού δυναμικού υψηλής τεχνολογίας χάρη στις άμεσες ξένες επενδύσεις, οι εξαγωγές της ανέκαμψαν και βοήθησαν στην επάνοδο στην κανονικότητα.

Κατά την γνώμη μου δεν υπάρχει πραγματικό δίλημμα μεταξύ των δύο τρόπων ανάπτυξης υψηλών τεχνολογικά προϊόντων. Και οι δύο μπορούν και πρέπει να συνυπάρξουν. Άλλωστε, μεταξύ τους υπάρχει μεγάλη αλληλεξάρτηση. Ο ένας χρειάζεται και ταυτόχρονα βοηθάει τον άλλο.

Γιάννης Παπαδημητρίου

http://www.capital.gr/Articles.asp?id=2172083

Tag Cloud

%d bloggers like this: