Thoughts and opinions on Greece's economy, society, politics, foreign trade

Archive for the ‘παραγωγικό δυναμικό’ Category

Διεθνείς ανακατατάξεις και ελληνική οικονομία

Σήμερα, όλες οι χώρες έχουν ανάγκη το διεθνές εμπόριο για να ευημερήσουν. Καμιά χώρα δεν μπορεί να είναι αυτάρκης. Ιδιαίτερα οι μικρότερες, όπως η Ελλάδα. Η Ελλάδα, για να ευημερήσει είναι «καταδικασμένη» να έχει ανοιχτά τα σύνορά της στο διεθνές εμπόριο. Πρέπει να μπορούμε να εισάγουμε όλα τα αγαθά και υπηρεσίες που χρειαζόμαστε, με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα πληρώνουμε με την εξαγωγή δικών μας προϊόντων και υπηρεσιών, με δική μας δηλαδή προστιθέμενη αξία, με δικό μας εισόδημα και όχι με δανεικά.

Η δόμηση μιας αποτελεσματικής και ανταγωνιστικής διεθνώς οικονομίας είναι αναγκαία σήμερα περισσότερο από ποτέ, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τα μεγάλα προβλήματα που μας κατατρύχουν αυτή την εποχή, αλλά και για να εξασφαλίσουμε ακόμα και αυτή την επιβίωσή μας σαν έθνος.

Είναι γενικά παραδεκτό από κάθε νηφάλιο και αντικειμενικό παρατηρητή ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα ανάγονται σε δικά μας λάθη και παραλείψεις. Ένα τραγικό λάθος μας ήταν π.χ. ότι, παρά τις προειδοποιήσεις των αρμόδιων εθνικών και διεθνών οργανισμών, δεν διαγνώσαμε ή αγνοήσαμε παντελώς τις ανακατατάξεις στην διεθνή οικονομία τα τελευταία χρόνια και πάντως, δεν κάναμε καμιά προσπάθεια να προσαρμοσθούμε.

Άλλες χώρες, όπως η Σουηδία και η Γερμανία, προσπάθησαν και προσαρμόσθηκαν. Τα προγράμματα Hartz, ιδιαίτερα το Hartz IV, ενσωμάτωσαν τις προσπάθειες της Γερμανίας να ανταποκριθεί στα νέα δεδομένα της παγκόσμιας οικονομίας. Με τα μέτρα που έλαβε η Γερμανία πριν από 10-15 χρόνια κατόρθωσε να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της, γεγονός που είχε αντίκτυπο έναντι και των χωρών του ευρωπαϊκού νότου. Ακούγεται από χείλη ειδικών ότι το πλεονέκτημα που απέκτησε η Γερμανία με την διαδικασία αυτή, π.χ. έναντι της Ελλάδας, ανήλθε στις 30 περίπου μονάδες ανταγωνιστικότητας (στο μεταξύ έχει μειωθεί κάπως).

Ποιες είναι όμως οι διεθνείς ανακατατάξεις, για τις οποίες μιλάμε; Η παραπέρα απελευθέρωση των διεθνών εμπορικών ανταλλαγών στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης τα τελευταία χρόνια , είχε σαν αποτέλεσμα μια τεράστιας έκτασης μεταφορά πόρων από τις αναπτυγμένες δυτικές οικονομίες προς τις νέες, αναδυόμενες οικονομίες, ήτοι Κίνα, Ινδία, Βραζιλία, Ρωσία, Τουρκία κ.ά. Οι χώρες αυτές παρουσίαζαν για αρκετό χρονικό διάστημα – στο μεταξύ έχει αμβλυνθεί κάπως – μεγάλο δυναμισμό και αναπτύσσονταν με ασύγκριτα υψηλότερους ρυθμούς σε σχέση με τις προηγμένες οικονομίες της Δύσης, αποσπώντας πόρους από αυτές δια μέσου του διεθνούς εμπορίου, επειδή ήταν και συνεχίζουν βέβαια να είναι πιο ανταγωνιστικές, αν και πλέον σε χαμηλότερα επίπεδα, κυρίως λόγω της φθηνής εργασίας που διαθέτουν. Αν δε λάβει κανείς υπόψη του τα τεράστια αποθέματα φθηνού εργατικού δυναμικού που υπάρχουν ακόμη σ’αυτές τις χώρες, πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτή η διαδικασία θα κρατήσει μάλλον για πολύ.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η Ελλάδα έπρεπε να είχε εκσυγχρονίσει και ενισχύσει την οικονομία της, όχι μόνο για να θωρακισθεί έναντι του κινδύνου του ανταγωνισμού των αναδυόμενων αγορών, αλλά και για να αποκτήσει μια άξια λόγου, σύγχρονη παραγωγική μηχανή, σε σημείο που να μπορεί να προσφέρει στην διεθνή αγορά ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες. Δυστυχώς, δεν έγινε αυτό τον καιρό που έπρεπε. Πρέπει όμως να γίνει τώρα, έστω με καθυστέρηση.

Είναι δύσκολο εγχείρημα, όχι όμως ακατόρθωτο. Προσωπικά, πιστεύω ότι τα μνημόνια, με τις μεταρρυθμίσεις που προέβλεπαν, επιδίωκαν από την αρχή την δημιουργία των προϋποθέσεων για τον εκσυγχρονισμό και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Εμείς, όμως, δεν είδαμε το πράγμα ποτέ έτσι.  Αντίθετα, το ακατανίκητο πολιτικό κόστος, μας εξωθούσε να κάνουμε το παν για να μην εφαρμόζουμε τα μνημόνια. Συνέπεια αυτής της τακτικής είναι το τελευταίο που είναι το βαρύτερο από όλα τα προηγούμενα. Η κυβέρνηση, αν και με βαριά καρδιά, υποσχέθηκε ότι θα το εφαρμόσει. Όπως πληροφορηθήκαμε πρόσφατα, μόλις προλάβαμε την πτώχευση, με την βοήθεια των Γάλλων, των Ιταλών και των Κυπρίων, αφού όλοι οι υπόλοιποι της Ευρωζώνης είχαν πεισθεί από τον κ. Σόϊμπλε να μας πετάξουν έξω από το Ευρώ.

Προσωπικά, είμαι αισιόδοξος. Πρέπει όμως να το πάρουμε απόφαση. Το χάπι είναι πικρό, αλλά δεν υπάρχει άλλη επιλογή, όπως παραδέχτηκε και ο κ. Τσίπρας, τελευταία. Όσο ταχύτερα υλοποιήσουμε τα προβλεπόμενα μέτρα, τόσο γρηγορότερα θα βγούμε από την κρίση.

Η επιτυχία συνδέεται άμεσα με την δημιουργία του πλαισίου για την ανάπτυξη και στήριξη υγιούς επιχειρηματικότητας. Ημεδαπής ή αλλοδαπής προέλευσης.  Κατά την γνώμη μου, οι άμεσες επενδύσεις από το εξωτερικό είναι πιο σημαντικές για πολλούς λόγους. Γιατί θα φέρουν ρευστότητα στην χώρα, αγαθό σε μεγάλη ανεπάρκεια αυτή την στιγμή, αλλά και γιατί θα εισαγάγουν προηγμένη τεχνολογία και τεχνογνωσία που επίσης χρειζόμαστε πολύ. Παράλληλα, πρέπει να προωθηθούν και οι νέοι Έλληνες επιχειρηματίες, όπως και οι νεοφυείς επιχειρήσεις.

Με την δημιουργία υγιών επιχειρήσεων θα έλθει και η αλλαγή. Το νέο, εξωστρεφές παραγωγικό μοντέλο, που θα φέρει θέσεις εργασίας, εισόδημα για περισσότερους εργαζόμενους, αλλά και έσοδα για το κράτος, ώστε  να ανταποκριθεί στις πραγματικές του αρμοδιότητες. Η οικονομία μας χρειάζεται επιχειρηματίες που βλέπουν μακριά και τολμούν να πάρουν ρίσκα, όπως οι 10 που ξεχώρισαν το 2015, σύμφωνα με την “Ημερησία” της 26/12/15  (βλ. http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=26519&subid=2&pubid=113877792).

Η επιχείρηση είναι ο πυρήνας, η μονάδα μέσα στην οποία παράγεται πλούτος. Για να λειτουργήσει όμως αποτελεσματικά, πρέπει να απαλλάξουμε την οικονομία από τον παρασιτισμό και την διαπλοκή και να προωθήσουμε πάση θυσία την ανάπτυξη ενός σωστού και δίκαιου νομικού πλαισίου για τις επιχειρήσεις, χωρίς παραθυράκια και ευνοϊκές ρυθμίσεις για κανένα.

Ο υγιής ανταγωνισμός θα πρέπει να είναι το κόσκινο για την ανάδειξη των ικανότερων επιχειρηματιών και επιχειρήσεων στην αγορά. Όσο κι’ αν ψάξουμε δεν υπάρχει καλύτερη διαδικασία. Προ παντός δεν είναι λύση οι διαρκείς, άστοχες και μεροληπτικές παρεμβάσεις της διοίκησης και του πολιτικού συστήματος, που έχουν διαμορφώσει το καθεστώς που έχουμε γνωρίσει μέχρι τώρα, που ούτε στα καπιταλιστικά, ούτε στα σοσιαλιστικά, ούτε σε κάποιο άλλο σύστημα μπορούμε να το κατατάξουμε. Πρόκειται μάλλον για ένα μεσοβέζικο πράγμα, ένα σύστημα άκρατου κρατικού παρεμβατισμού που ευνοεί την διαπλοκή και τους εκάστοτε κρατούντες, μαζί με τους δικούς τους, τους ημέτερους, όπως λέμε «τα δικά μας παιδιά», πράσινα, γαλάζια, κόκκινα, ρόζ, δεν έχει σημασία.

Γιάννης Παπαδημητρίου

 

Ξένες επενδύσεις και μάρκετινγκ

Γενική είναι η διαπίστωση ότι πρέπει να γίνουν παραγωγικές επενδύσεις για να βγούμε από την ύφεση  και να υπάρξει και πάλι ανάπτυξη στην οικονομία και μείωση έτσι της μεγάλης ανεργίας που μαστιζει την χώρα. Πολλοί υποστηρίζουν ότι οι επενδύσεις αυτές, υπό τις παρούσες συνθήκες ανύπαρκτης ρευστότητας,  μπορεί να προέλθουν μόνο από το εξωτερικό.

Οι επενδύσεις από το εξωτερικό, εκτός από την συμβολή τους στην μεγέθυνση του ΑΕΠ θα βοηθήσουν και στην αύξηση της ρευστότητας, που αυτή την στιγμή είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας.

Στην δημόσια συζήτηση, η άποψη για την αναγκαιότητα προσέλκυσης επενδύσεων από το εξωτερικό φαίνεται να εδραιώνεται στην μεγάλη πλειοψηφία των κομμάτων, στα οποία συμπεριλαμβάνεται τώρα πλέον και ο Σύριζα, μετά τις εξελίξεις στο κόμμα αυτό και την απόφασή του υπέρ της παραμονής της χώρας στο Ευρώ. Βέβαια, υπάρχουν ακόμα φωνές στον Σύριζα υπέρ των προ της μεταστροφής απόψεων, για μεγαλύτερη δηλαδή εμπλοκή του κράτους στην οικονομία, οπότε οι ιδιωτικές επενδύσεις δεν είναι και τόσο ευπρόσδεκτες. Ωστόσο, οι φωνές αυτές είναι μάλλον αδύναμες και υπό την πίεση του μνημονίου, αλλά και την στάση του κ. Τσίπρα που φαίνεται αποφασισμένος να το εφαρμόσει, πρέπει να μην είναι ικανές να επιβάλλουν την γραμμή τους.

Σαν συνέπεια των παραπάνω, μπορούμε νομίζω να δεχτούμε ότι υπάρχει σε μεγάλη έκταση πολιτική συναίνεση υπέρ των επενδύσεων από ξένες επιχειρήσεις.

Η πολιτική συναίνεση είναι σημαντικότατος παράγοντας δημιουργίας ευνοϊκού κλίματος υπέρ των επενδύσεων γενικά και ειδικότερα υπέρ της προσέλκυσης επενδύσεων από το εξωτερικό. Ωστόσο, δεν αρκεί η ικανοποίηση μόνο αυτής της προϋπόθεσης. Είναι και ένας καλός αριθμός άλλων προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται, επίσης.

Στο σημείο αυτό, θεωρώ ότι μπορεί να βοηθήσει, έστω για την κατανόηση του προβλήματος, η διαδικασία που έχει επικρατήσει και εφαρμόζεται στο μάρκετινγκ, προκειμένου για την επέκταση μιας επιχείρησης σε μια νέα αγορά, ιδιαίτερα μια αγορά του εξωτερικού.

Ένας μαρκετίστας, προκειμένου να προτείνει στην διοίκηση της εταιρείας του την επέκτασή της σε μια ξένη αγορά, ερευνά και λαμβάνει υπόψη του τα ισχύοντα στο περιβάλλον της νέας αγοράς και μάλιστα σε δύο επίπεδα. Το ένα είναι το μακροπεριβάλλον (macro environment) και το άλλο το μικροπεριβάλλον (micro environment), (βλ. προηγούμενη ανάρτηση στο παρόν μπλόγκ).

Στο μακροπεριβάλλον που αποτελεί τον ευρύτερο περίγυρο της επιχείρησης σε μια αγορά, συγκαταλέγονται, το πολιτικο/θεσμικό πλαίσιο, το οικονομικό πλαίσιο, το κοινωνικο/πολιτιστικό πλαίσιο και το τεχνολογικό πλαίσιο που επικρατούν στην αγορά αυτή.

Το μικροπεριβάλλον της επιχείρησης σε  μια αγορά αφορά στον άμεσο περίγυρό της.Στο μικροπεριβάλλον συγκαταλέγονται οι αγοραστές, οι ανταγωνιστές, οι ενδιάμεσοι, οι προμηθευτές και το κοινό.

Ο ξένος επενδυτής λειτουργεί όπως μια επιχείρηση που ερευνά να επεκτείνει τις πωλήσεις της σε μια νέα αγορά του εξωτερικού. Ερευνά την οικονομία της χώρας στην οποία  προτίθεται να επενδύσει.

Βασικός στόχος της διερεύνησης του μακρο και μικροπεριβάλλοντος της οικονομίας της ξένης χώρας είναι ο εντοπισμός και η μελέτη των ευκαιριών ( opportunities) και των απειλών (threats) που ενδεχόμενα θα συναντήσει η επιχείρηση. Όσο περισσότερο υπερτερούν οι ευκαιρίες έναντι των απειλών, τόσο μεγαλύτετρη είναι η πιθανότητα η επιχείρηση να αποφασίσει υπέρ της δραστηριοποίησής της στην ξένη χώρα.

Σε αντίθεση με τις συνθήκες του μικροπεριβάλλοντος, εκείνες του μακροπεριβάλλοντος είναι μεγαλύτερης και πρωταρχικής σημασίας για την απόφαση μιας επιχείρησης να επενδύσει σε μια ξένη χώρα. Για την επιχείρηση οι συνθήκες αυτές είναι δεδομένες. Δεν μπορεί να τις επηρεάσει. Την δυνατότητα αυτή έχει μόνο η κυβέρνηση της χώρας.

Με άλλα λόγια,  η ελληνική κυβέρνηση, αν έχει την βούληση,  μπορεί να πάρει τα κατάλληλα μέτρα με σκοπό την διαμόρφωση ευνοϊκού για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων μακροπεριβάλλοντος. Η υποτιθέμενη συναίνεση της πλειοψηφίας των πολιτικών δυνάμεων, για πρώτη φορά στα χρονικά της σύγχρονης Ελλάδας, αποτελεί ευνοϊκό πλαίσιο για μια τέτοια εξέλιξη. Με την «βοήθεια» και του μνημονίου που επιβάλλει μια σειρά από απαραίτητες για τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής οικονομίας μεταρρυθμίσεις, που έπρεπε ούτως ή άλλως να τις είχαμε κάνει προ πολλού από μόνοι μας, πιστεύω ότι θα κάνουν το έργο της κυβέρνησης πιο εύκολο.

Τέλος, θεωρώ, ότι η κατάσταση της χώρας θα ήταν πολύ καλύτερη σήμερα, αν οι κάθε είδους ηγέτες μας και οι διαμορφωτές κοινής γνώμης, είχαν κάποια επαφή με τις διαδικασίες του μάρκετινγκ ή αν οι πολιτικοί μας και ειδικότερα οι βουλευτές μας, αντί μελών των οικογενειών ή φίλους τους, προσλάμβαναν στα γραφεία τους στην βουλή μαρκετίστες για συμβούλους τους. Θα γνώριζαν έτσι την σημασία και θα συνέβαλλαν στην διαμόρφωση του κατάλληλου για την προσέγγιση ξένων επενδύσεων μακροπεριβάλλοντος, συμβάλλοντας έτσι στην ενίσχυση της παραγωγικής βάσης της χώρας, κάτι που είναι ιδιαίτερα αναγκαίο να γίνει σήμερα για την υπέρβαση της κρίσης.

Γιάννης Παπαδημητρίου

16/11/2015

Tag Cloud

%d bloggers like this: