Thoughts and opinions on Greece's economy, society, politics, foreign trade

Archive for the ‘διεθνές εμπόριο’ Category

Δημιουργία μεγάλου καταλόγου (long list) πιθανών χωρών-στόχων

Ο μεγάλος κατάλογος προεπιλογής πιθανών χωρών-στόχων για εξαγωγική δραστηριοποίηση μπορεί να προκύψει με 3 κυρίως τρόπους, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό μεταξύ τους, ήτοι από την:

  • Ανάλυση στατιστικών στοιχείων εξαγωγών της χώρας όπου είναι η μητρική αγορά της επιχείρησης,
  • Ανάλυση επικαιρότητας, σεμιναρίων, ημερίδων κλπ. εξαγωγικού ενδιαφέροντος, και
  • Ανάλυση στατιστικών στοιχείων εισαγωγών των χωρών του κόσμου.

(α)  Ανάλυση στατιστικών στοιχείων εξαγωγών της χώρας, όπου είναι η μητρική αγορά της επιχείρησης

Για τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις η μητρική αγορά είναι η ελληνική. Υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν ανταγωνιστικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες στην Ελλάδα που πραγματοποιούν εξαγωγές, η ανάλυση των στατιστικών στοιχείων εξαγωγών της Ελλάδος θα αποκαλύψει τις χώρες προορισμού τους, μαζί με τις αντίστοιχες ποσότητες και εισπράξεις και ενδεχόμενα και άλλα χρήσιμα στοιχεία.

Η κύρια πηγή στατιστικών εξαγωγικού εμπορίου της Ελλάδος είναι η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία (ΕΛ.ΣΤΑΤ.).

Τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. μπορούν σε πολλές περιπτώσεις να αποδειχθούν αρκετά για την δημιουργία του μεγάλου καταλόγου προεπιλογής των πιθανών αγορών-στόχων.

Η ιστοσελίδα της ΕΛ.ΣΤΑΤ., http://www.statistics.gr, είναι εύκολα προσβάσιμη και περιέχει πολύ καλή ανάλυση στατιστικών εξωτερικού εμπορίου. Στο κεφάλαιο, «στατιστικά θέματα/εμπόριο και υπηρεσίες/εισαγωγές-εξαγωγές», ο επισκέπτης θα βρει στοιχεία εισαγωγών-εξαγωγών (αφίξεις-αποστολές). Υπάρχουν στοιχεία, π.χ. κατά 8ψήφιο κωδικό εμπορεύματος ή και μέχρι 5ψήφιο κωδικό SITC, σε αξία και ποσότητα, για τα τελευταία χρόνια, τόσο για το ενδοκοινοτικό εμπόριο (INTRASTAT), όσο και για το εμπόριο με τρίτες χώρες (EXTRASTAT).

Αν δεν υπάρχει σχετική καταχώρηση, είτε γιατί δεν υπάρχει άλλη ελληνική ανταγωνιστική επιχείρηση, είτε γιατί υπάρχει μεν, αλλά δεν πραγματοποιεί εξαγωγές, θα πρέπει να καταφύγει κανείς στις στατιστικές εξαγωγών άλλων χωρών για τις οποίες γνωρίζει ότι διαθέτουν ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες πραγματοποιούν εξαγωγές. Η ιστοσελίδα https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_national_and_international_statistical_services περιέχει τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις των Στατιστικών Υπηρεσιών όλων των χωρών του κόσμου. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία, οι στατιστικές υπηρεσίες των χωρών του κόσμου δημοσιεύουν τα στοιχεία και σε μια διεθνή γλώσσα, κατά κανόνα στην αγγλική.

Άλλες, πιθανές πηγές στατιστικών εξαγωγικού εμπορίου της Ελλάδος, μπορεί να είναι και οι εξής:

  • Ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εξαγωγέων (ΠΣΕ), http://www.pse.gr/node/41
  • Οι υπηρεσίες Ο.Ε.Υ. (Γραφεία Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων) του υπουργείου εξωτερικών,
  • Ο Οργανισμός Enterprise Greece, όπου έχουν ενσωματωθεί οι υπηρεσίες του τέως Οργανισμού Προώθησης Εξαγωγών (ΟΠΕ),http://www.enterprisegreece.gov.gr/gr/arxikh-selida , κ.ά.

(β) Ανάλυση επικαιρότητας, σεμιναρίων, ημερίδων κλπ. εξαγωγικού ενδιαφέροντος

Χρήσιμη πληροφόρηση για τον εντοπισμό πιθανών χωρών-στόχων μπορεί να προκύψει και από την παρακολούθηση και ανάλυση της επικαιρότητας, αλλά και εξειδικευμένων για εξαγωγική δραστηριοποίηση εκδηλώσεων, καθώς και διαφόρων άλλων πηγών, ήτοι:

  • Ο ημερήσιος, εβδομαδιαίος κλπ. οικονομικός και μη τύπος, διάφορα επιχειρηματικά έντυπα, ακόμα και φήμες που κυκλοφορούν στην αγορά κ.ο.κ.,
  • Εξαγωγικού ενδιαφέροντος επιχειρηματικά σεμινάρια, συνέδρια και παρόμοιες εκδηλώσεις, που οργανώνονται από διάφορους συνδέσμους, όπως ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εξαγωγέων (ΠΣΕ), επιμελητήρια και άλλοι παρεμφερείς οργανισμοί, οργανώσεις, επιχειρήσεις κ.ο.κ.
  • Η μελέτη των ζητήσεων σε διάφορες επιχειρηματικές εκδόσεις (π.χ. τα μηνιαία Δελτία των επιμελητηρίων), σε διάφορες ιστοσελίδες του διαδικτύου (π.χ. την ιστοσελίδα των Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων του υπουργείου εξωτερικών http://agora.mfa.gr ), όπου δημοσιεύονται αγγελίες με ζητήσεις ξένων εισαγωγέων κ.ά.
  • Τυχόν επαγγελματικά ταξίδια στο εξωτερικό, στα πλαίσια επίσκεψης εμπορικών εκθέσεων ή συμμετοχής σε μια εμπορική αποστολή κ.ο.κ.

Οι πληροφορίες από αυτούς τους χώρους πρέπει να ελεγχθούν και να επιβεβαιωθούν στην συνέχεια με στατιστικά δεδομένα, είτε της ΕΛ.ΣΤΑΤ., είτε των συγκεκριμένων χωρών (βλ. ιστοσελίδα https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_national_and_international_statistical_services) είτε άλλων πηγών, όπως του ΟΗΕ, της Eurostat κ.ά.

(γ)  Ανάλυση στατιστικών στοιχείων εισαγωγών των χωρών του κόσμου

Ο ΟΗΕ επεξεργάζεται και δημοσιεύει πληθώρα στατιστικών στοιχείων, μεταξύ αυτών και για το διεθνές εμπόριο. Ειδικότερα, η Επετηρίδα Στατιστικών Διεθνούς Εμπορίου, International Trade Statistics Yearbook (ITSY), περιέχει πολλές στατιστικές, μεταξύ αυτών και στατιστικές εισαγωγών και εξαγωγών, σελίδες κατά χώρα (country profiles), σελίδες κατά κατηγορία προϊόντων (commodity profiles), σε ανάλυση 3 ψηφίων κωδικού ταξινόμησης SITC, κ.ά.

Το τμήμα κατά χώρα του ITSY, στο παράρτημα I, περιέχει πίνακες εισαγωγών-εξαγωγών μέχρι 5 ψηφία κωδικού SITC, όταν πρόκειται για βασικό εισαγωγικό ή εξαγωγικό προϊόν. Π.χ. το ελληνικό ελαιόλαδο παρουσιάζεται στον πίνακα εξαγωγών, αρχίζοντας με την γενική κατηγορία 4, συνεχίζοντας με την υποκατηγορία 42, την 421, την 4214 και καταλήγοντας με την  42141 που είναι το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο.

Την ίδια στιγμή, το ITSY, στο παράρτημα ΙΙ, παρουσιάζει πίνακες κατά προϊόν, σε 3 ψηφία κωδ. SITC, με τις κυριότερες χώρες εισαγωγής-εξαγωγής του συγκεκριμένου κωδικού.  Με ένα συνδυασμό των πινάκων των δύο παραρτημάτων, δηλαδή κατά προϊόν (παράρτημα ΙΙ) και κατά χώρα (παράρτημα Ι), μπορεί να φθάσει κανείς σε ικανοποιητικά αποτελέσματα.

Εφόσον τα στοιχεία του ΟΗΕ, στην ανάλυση που παρέχονται δεν είναι ικανοποιητικά, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προσπαθήσει να κάνει χρήση του μηχανισμού αναζήτησης της στατιστικής υπηρεσίας του ΟΗΕ (http://comtrade.un.org, κεφ. Database) ή εναλλακτικά να προσφύγει στις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες των επί μέρους χωρών.

Οι εθνικές στατιστικές υπηρεσίες των χωρών του κόσμου δημοσιεύουν σε μεγάλη ανάλυση στοιχεία εξωτερικού εμπορίου και επομένως εκεί θα έχει την δυνατότητα ο ερευνών να εντοπίσει το προϊόν που τον ενδιαφέρει, καθώς και από πού και σε ποιες ποσότητες εισάγεται στην συγκεκριμένη χώρα.

Στην ιστοσελίδα https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_national_and_international_statistical_services  είναι καταχωρημένες οι διευθύνσεις των ιστοσελίδων των Εθνικών Στατιστικών Υπηρεσιών όλων χωρών του κόσμου. Σχεδόν όλες οι εθνικές στατιστικές υπηρεσίες δημοσιεύουν τα στοιχεία τους και στην αγγλική γλώσσα, ώστε να είναι προσβάσιμα από τους αγγλομαθείς χρήστες.

Εξυπακούεται ότι η έρευνα των στατιστικών στοιχείων εξωτερικού εμπορίου διευκολύνεται τα μέγιστα αν ο ενδιαφερόμενος γνωρίζει τον κωδικό του προϊόντος σε ένα σύστημα ταξινόμησης, π.χ. το SITC (Standard International Classification System) ή και σε άλλα.

Γιάννης Παπαδημητρίου

29-3-2016

Υ.Γ.

Η παρούσα ανάρτηση, όπως και οι προηγούμενες πάνω σε θέματα μάρκετινγκ και εξαγωγές, προέρχεται από μπροσούρα-εγχειρίδιο, με θέμα «Εξαγωγές για την Μικρομεσαία Ελληνική Επιχείρηση» που επεξεργάζεται ο γράφων.

 

 

Πληροφόρηση – έρευνα αγοράς για εξαγωγική δραστηριοποίηση

Η πληροφόρηση είναι απαραίτητη για οτιδήποτε σχεδιάζει κανείς στην ζωή. Εκ των πραγμάτων εντονότερη είναι η ανάγκη για πληροφόρηση στην  επιχειρηματική ζωή. Χωρίς πληροφόρηση μια επιχείρηση δεν είναι σε θέση να προγραμματίσει επαρκώς τις ενέργειές της στην αγορά, να σχεδιάσει δηλαδή και να εφαρμόσει ένα αποτελεσματικό πρόγραμμα δράσης για την επίτευξη των επιχειρηματικών της στόχων.

Αυτό ισχύει τόσο για την μητρική αγορά της επιχείρησης, όσο φυσικά εξ’ίσου και για τις ξένες αγορές. Ειδικότερα μάλιστα για ξένες αγορές η πληροφόρηση οφείλει να είναι πληρέστερη και πλέον εμπεριστατωμένη, όσο και αξιόπιστη, γιατί η επιχείρηση έχει να κάνει με ξένες χώρες όπου υπεισέρχεται ο παράγοντας του άγνωστου.

Διαφορετικές γλώσσες, διαφορετικά ήθη και έθιμα, διαφορετικές πρακτικές και συνήθειες, διαφορετικά νομικά και διοικητικά συστήματα, διαφορετικές κλιματικές συνθήκες, διαφορετικές πολιτικές , οικονομικές και πολιτισμικές συνθήκες κ.ο.κ. στις ξένες χώρες, συνιστούν παράγοντες άγνωστους οι οποίοι πρέπει να διερευνηθούν και να ληφθούν υπόψη στις προσπάθειες της επιχείρησης για διείσδυση στις αγορές των χωρών αυτών.

Χωρίς επαρκή και σωστή πληροφόρηση δεν θα είναι δυνατό να γίνει η κατάλληλη προσαρμογή στα δεδομένα που ισχύουν στις ξένες αγορές, διατρέχοντας τον κίνδυνο να γίνουν λανθασμένες κινήσεις που μπορεί να κοστίσουν σε τελευταία ανάλυση  από πολλές απόψεις ακριβά στην επιχείρηση. Σε μια τέτοια περίπτωση θα είναι ίσως καλύτερα να μην γίνει καμιά προσπάθεια , αφού με μεγάλη πιθανότητα θα είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη.

Η έρευνα πρέπει να ξεκινήσει με την αναζήτηση και επιλογή των ξένων εκείνων αγορών, οι οποίες υπόσχονται την μεγαλύτερη δυνατή επιτυχία στις εξαγωγικές επιδιώξεις της επιχείρησης.

Η επιχείρηση που αποφασίζει να αναπτύξει εξαγωγική δραστηριότητα, είναι πρακτικά αδύνατο να καλύψει ταυτόχρονα τις αγορές όλων των χωρών του κόσμου. Το πιο σωστό και πιο αποτελεσματικό θα είναι να αρχίσει με την αγορά μιας ή 2-3 χωρών, λογικά τις πλέον υποσχόμενες και σιγά-σιγά να επεκτείνεται και σε άλλες. Πρώτο μέλημα συνεπώς της έρευνας πρέπει να είναι να εντοπισθούν αυτές οι πλέον υποσχόμενες αγορές, οι οποίες και θα αποτελέσουν τις άμεσες αγορές-στόχους της επιχείρησης.

Ακολούθως, η έρευνα θα πρέπει να προχωρήσει στην μελέτη των αγορών-στόχων  και στην συλλογή και επεξεργασία των αναγκαίων πληροφοριών, οι οποίες και θα ληφθούν υπόψη στην διαμόρφωση του σχεδίου μάρκετινγκ, βάσει του οποίου θα πρέπει η επιχείρηση να επιχειρήσει την διείσδυση και εδραίωση στην συγκεκριμένη ή τις συγκεκριμένες αγορές. Η έρευνα για την διαμόρφωση του σχεδίου μάρκετινγκ έχει επικρατήσει να ονομάζεται και έρευνα μάρκετινγκ.

Ύστερα από τα παραπάνω δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι η έρευνα αγοράς είναι μια από τις βασικές επιχειρηματικές δραστηριότητες. Μεγάλες επιχειρήσεις διατηρούν κατά κανόνα ειδικά τμήματα, ενώ μεγάλη συμμετοχή στην αναζήτηση επιχειρηματικής πληροφόρησης έχουν και ανεξάρτητες, εξειδικευόμενες επιχειρήσεις έρευνας αγοράς, όπως και σύμβουλοι επιχειρήσεων.

Στις επόμενες δύο αναρτήσεις θα συζητήσουμε τις δύο μεθόδους έρευνας αγοράς, δηλαδή την πρωτογενή και την δευτερογενή έρευνα αγοράς.

Γιάννης Παπαδημητρίου

1/2/2016

ΕΞΑΓΩΓΈΣ – ΓΙΑΤΊ?

Οφέλη για την επιχείρηση

Το ερώτημα της δραστηριοποίησης στις εξαγωγές πρέπει να διερευνηθεί τόσο από την οπτική γωνιά της επιχείρησης όσο και από εκείνη του κράτους και ευρύτερα της κοινωνίας από την οποία αυτό απαρτίζεται.

Ας αρχίσουμε με την επιχείρηση.

Γιατί μια επιχείρηση θα έχει συμφέρον να ασχοληθεί με τις εξαγωγές;

Υπάρχει μια σειρά από λόγους, για τους οποίους μια επιχείρηση θα θελήσει να αναπτύξει εξαγωγική δραστηριότητα.

Τέτοιοι λόγοι είναι:

  • Η διεύρυνση της βάσης πελατών, από την οποία κατά πάσα πιθανότητα θα προκύψει μεγαλύτερος κύκλος εργασιών, δηλαδή περισσότερες πωλήσεις και ενδεχόμενα και μεγαλύτερα κέρδη. Τα μεγαλύτερα κέρδη θα φέρουν πρόσθετες επενδύσεις και αυτές πάλι πρόσθετα κέρδη, τα οποία θα οδηγήσουν και πάλι σε νέες επενδύσεις κ.ο.κ., με τελικό αποτέλεσμα την μεγέθυνση της επιχείρησης και την αύξηση των κερδών.
  • Με τις εξαγωγές μπορεί να δοθεί διέξοδος στο μικρό μέγεθος της μητρικής αγοράς. Ένα επιχείρημα υπέρ της δραστηριοποίησης στις εξαγωγές ιδιαίτερα σημαντικό για την Ελλάδα, αφού η αγορά της θεωρείται σχετικά μικρή για πολλές κατηγορίες προϊόντων.
  • Μικρές χώρες όπως η Ελλάδα μπορούν να πετύχουν και να διατηρήσουν υψηλά επίπεδα ανάπτυξης και κατ’επέκταση και υψηλό βιοτικό επίπεδο μόνο με εξωστρέφεια.
  • Η αύξηση της αποτελεσματικότητας και η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της επιχείρησης μέσα από την πίεση του ανταγωνισμού στις διεθνείς αγορές. Η επιχείρηση προκειμένου να αντιμετωπίσει με επιτυχία τον κατά κανόνα σκληρό ανταγωνισμό στις ξένες αγορές πρέπει να αναμένεται ότι θα καταβάλλει κάθε προσπάθεια για βελτιώσεις σε όλα τα επίπεδα δράσης της. Αυτός είναι ίσως και ο κυριότερος λόγος που πετυχημένες στις ξένες αγορές επιχειρήσεις είναι πιο αποτελεσματικές και στην μητρική αγορά.
  • Η καλύτερη εκμετάλλευση του παραγωγικού δυναμικού και η μείωση του κόστους κατά μονάδα προϊόντος και έτσι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της επιχείρησης.
  • Η επίτευξη οικονομιών κλίμακας που σημαίνει μείωση του κόστους κατά μονάδα προϊόντος με όλα τα οφέλη που συνεπάγεται μια τέτοια εξέλιξη.

Άλλα πλεονεκτήματα από την εξαγωγική δραστηριότητα μιας επιχείρησης μπορεί να είναι:

  • Η διάχυση του κινδύνου και η μείωση της εξάρτησης που συνεπάγεται ένας μεγαλύτερος αριθμός πελατών,
  • Ιδέες για νέα προϊόντα και αναδιαμόρφωση υφιστάμενων,
  • Η άμβλυνση των διακυμάνσεων της απασχόλησης της επιχείρησης και η διασφάλιση των θέσεων εργασίας,
  • Η επιμήκυνση του κύκλου ζωής προϊόντων που «γερνούν»,
  • Η διασφάλιση του ρυθμού ανάπτυξης της επιχείρησης μέσα από την διεύρυνση των πωλήσεων,
  • Η διεύρυνση της διάχυσης των εξόδων ανάπτυξης νέων προϊόντων,
  • Η βελτίωση της απόδοσης των επενδυμένων κεφαλαίων.

Οφέλη για την εθνική οικονομία
Εξυπακούεται ότι με την αύξηση της εξαγωγικής δραστηριότητας μιας επιχείρησης προκύπτουν οφέλη και για την εθνική οικονομία. Οι εξαγωγές συμβάλλουν στην αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), στην αύξηση της απασχόλησης, στην βελτίωση του ισοζυγίου πληρωμών και γενικότερα σε μεγαλύτερη ευημερία, αφού με τις εισπράξεις από εξαγωγές μπορούν να πληρωθούν οι εισαγωγές περισσότερων εισαγόμενων αγαθών και υπηρεσιών και να υπάρξει έτσι ικανοποίηση περισσότερων αναγκών και επιθυμιών των πολιτών, χωρίς δανεισμό από το εξωτερικό.

Με άλλα λόγια, από την εξαγωγική δραστηριότητα μιας επιχείρησης ωφελούνται τελικά όλοι. Η επιχείρηση, αλλά και το κράτος και η κοινωνία συνολικά.

Η οικονομική θεωρία διδάσκει ότι τα κράτη σε κάθε περίπτωση ωφελούνται από την ανταλλαγή μεταξύ τους των προϊόντων και υπηρεσιών που παράγουν οι εθνικές τους οικονομίες.

Η ωφέλεια αυτή εκφράζεται από τον νόμο του συγκριτικού πλεονεκτήματος. Σύμφωνα με τον νόμο αυτόν, το εμπόριο μεταξύ κρατών επιτρέπει σε ένα κράτος να εκμεταλλεύεται τα συγκριτικά πλεονεκτήματα στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών των άλλων και αυτά να εκμεταλλεύονται τα δικά του συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Προϋπόθεση για εμπόριο, δηλαδή για ανταλλαγή προϊόντων και υπηρεσιών μεταξύ ενός κράτους και των υπολοίπων είναι η ύπαρξη στο κράτος αυτό παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών. Όσο δε πιο ανταγωνιστική είναι η παραγωγή των προϊόντων και υπηρεσιών του κράτους αυτού σε σύγκριση με εκείνη των υπολοίπων, όσο μεγαλύτερο δηλαδή είναι το συγκριτικό του πλεονέκτημά, τόσο περισσότερα προϊόντα και υπηρεσίες της παραγωγής των άλλων μπορεί με τα δικά του να «πληρώσει» και να απολαύσει.

Στην σημερινή οικονομική πραγματικότητα τα πράγματα είναι βέβαια ελαφρώς διαφορετικά. Οι ανταλλαγές δεν είναι απόλυτα ελεύθερες, αφού παρεμβάλλονται διάφορα δασμολογικά και μη εμπόδια. Εξ’άλλου υπάρχουν τα εθνικά νομίσματα τα οποία με τις, για οποιουσδήποτε λόγους, διακυμάνσεις των ισοτιμιών τους, επηρεάζουν σημαντικά την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών των επί μέρους κρατών έναντι των υπολοίπων.

Τέλος, υπάρχει το πλέγμα των διεθνών εμπορικών και νομισματικών συμφωνιών και συνεργασιών που δημιουργούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται το διεθνές εμπόριο και το οποίο παρέχει την δυνατότητα της απόλαυσης προϊόντων και υπηρεσιών άλλων χωρών με δανεισμό, πράγμα το οποίο, αργά ή γρήγορα, οδηγεί σε δυσχερείς καταστάσεις, όπως πολύ οδυνηρά διαπίστωσε και η χώρα μας τελευταία.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι το κράτος, δηλαδή η κοινωνία που απαρτίζει το κράτος, έχει ζωτικό συμφέρον να αναπτύξει την παραγωγή και μάλιστα την παραγωγή ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών. Και αυτό, όχι μόνο για να «πληρώσει» με δικά της προϊόντα και υπηρεσίες ή αλλιώς με δική της προστιθέμενη αξία τα προϊόντα και υπηρεσίες των άλλων κρατών που εισάγει και απολαμβάνει και να αποφύγει έτσι την δημιουργία χρέους, αλλά και γιατί η παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών ενσωματώνει, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, εργασία, δημιουργεί δηλαδή θέσεις απασχόλησης για τα μέλη της που μπορούν και θέλουν να εργασθούν.

Η προώθηση της παραγωγής μιας συγκεκριμένης χώρας στις άλλες χώρες, όπως και η προώθηση της παραγωγής άλλων χωρών στην συγκεκριμένη χώρα, δηλαδή οι εξαγωγές και οι εισαγωγές προϊόντων και υπηρεσιών σε μια συγκεκριμένη χώρα διενεργούνται από τις επιχειρήσεις.

Ο ρόλος του κράτους στο θέμα αυτό περιορίζεται κατά κύριο λόγο στην δημιουργία του κατάλληλου θεσμικού πλαισίου, σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, στα πλαίσια του οποίου δραστηριοποιούνται οι επιχειρήσεις.

Παράλληλα, λαμβάνοντας υπόψη την σημερινή διεθνή πραγματικότητα (παγκοσμιοποίηση, ανταγωνισμός), το κράτος πέρα από την θεσμική του αρμοδιότητα παρεμβαίνει υποστηρικτικά στην προσπάθεια, ειδικότερα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες στην μεγάλη τους πλειοψηφία δεν διαθέτουν τις απαραίτητες οικονομικές και οργανωτικές δυνάμεις, καθώς και την αναγκαία τεχνογνωσία για να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τις προκλήσεις των διεθνών αγορών.

Συναισθανόμενες την αναγκαιότητα της υποστήριξης κυρίως των εξαγωγών τους, σχεδόν όλες οι χώρες του κόσμου διαθέτουν σήμερα κάποιο σύστημα υποστηρικτικού μηχανισμού των εξαγωγών τους.

Γιάννης Παπαδημητρίου

Διεθνείς ανακατατάξεις και ελληνική οικονομία

Σήμερα, όλες οι χώρες έχουν ανάγκη το διεθνές εμπόριο για να ευημερήσουν. Καμιά χώρα δεν μπορεί να είναι αυτάρκης. Ιδιαίτερα οι μικρότερες, όπως η Ελλάδα. Η Ελλάδα, για να ευημερήσει είναι «καταδικασμένη» να έχει ανοιχτά τα σύνορά της στο διεθνές εμπόριο. Πρέπει να μπορούμε να εισάγουμε όλα τα αγαθά και υπηρεσίες που χρειαζόμαστε, με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα πληρώνουμε με την εξαγωγή δικών μας προϊόντων και υπηρεσιών, με δική μας δηλαδή προστιθέμενη αξία, με δικό μας εισόδημα και όχι με δανεικά.

Η δόμηση μιας αποτελεσματικής και ανταγωνιστικής διεθνώς οικονομίας είναι αναγκαία σήμερα περισσότερο από ποτέ, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τα μεγάλα προβλήματα που μας κατατρύχουν αυτή την εποχή, αλλά και για να εξασφαλίσουμε ακόμα και αυτή την επιβίωσή μας σαν έθνος.

Είναι γενικά παραδεκτό από κάθε νηφάλιο και αντικειμενικό παρατηρητή ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα ανάγονται σε δικά μας λάθη και παραλείψεις. Ένα τραγικό λάθος μας ήταν π.χ. ότι, παρά τις προειδοποιήσεις των αρμόδιων εθνικών και διεθνών οργανισμών, δεν διαγνώσαμε ή αγνοήσαμε παντελώς τις ανακατατάξεις στην διεθνή οικονομία τα τελευταία χρόνια και πάντως, δεν κάναμε καμιά προσπάθεια να προσαρμοσθούμε.

Άλλες χώρες, όπως η Σουηδία και η Γερμανία, προσπάθησαν και προσαρμόσθηκαν. Τα προγράμματα Hartz, ιδιαίτερα το Hartz IV, ενσωμάτωσαν τις προσπάθειες της Γερμανίας να ανταποκριθεί στα νέα δεδομένα της παγκόσμιας οικονομίας. Με τα μέτρα που έλαβε η Γερμανία πριν από 10-15 χρόνια κατόρθωσε να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της, γεγονός που είχε αντίκτυπο έναντι και των χωρών του ευρωπαϊκού νότου. Ακούγεται από χείλη ειδικών ότι το πλεονέκτημα που απέκτησε η Γερμανία με την διαδικασία αυτή, π.χ. έναντι της Ελλάδας, ανήλθε στις 30 περίπου μονάδες ανταγωνιστικότητας (στο μεταξύ έχει μειωθεί κάπως).

Ποιες είναι όμως οι διεθνείς ανακατατάξεις, για τις οποίες μιλάμε; Η παραπέρα απελευθέρωση των διεθνών εμπορικών ανταλλαγών στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης τα τελευταία χρόνια , είχε σαν αποτέλεσμα μια τεράστιας έκτασης μεταφορά πόρων από τις αναπτυγμένες δυτικές οικονομίες προς τις νέες, αναδυόμενες οικονομίες, ήτοι Κίνα, Ινδία, Βραζιλία, Ρωσία, Τουρκία κ.ά. Οι χώρες αυτές παρουσίαζαν για αρκετό χρονικό διάστημα – στο μεταξύ έχει αμβλυνθεί κάπως – μεγάλο δυναμισμό και αναπτύσσονταν με ασύγκριτα υψηλότερους ρυθμούς σε σχέση με τις προηγμένες οικονομίες της Δύσης, αποσπώντας πόρους από αυτές δια μέσου του διεθνούς εμπορίου, επειδή ήταν και συνεχίζουν βέβαια να είναι πιο ανταγωνιστικές, αν και πλέον σε χαμηλότερα επίπεδα, κυρίως λόγω της φθηνής εργασίας που διαθέτουν. Αν δε λάβει κανείς υπόψη του τα τεράστια αποθέματα φθηνού εργατικού δυναμικού που υπάρχουν ακόμη σ’αυτές τις χώρες, πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτή η διαδικασία θα κρατήσει μάλλον για πολύ.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η Ελλάδα έπρεπε να είχε εκσυγχρονίσει και ενισχύσει την οικονομία της, όχι μόνο για να θωρακισθεί έναντι του κινδύνου του ανταγωνισμού των αναδυόμενων αγορών, αλλά και για να αποκτήσει μια άξια λόγου, σύγχρονη παραγωγική μηχανή, σε σημείο που να μπορεί να προσφέρει στην διεθνή αγορά ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες. Δυστυχώς, δεν έγινε αυτό τον καιρό που έπρεπε. Πρέπει όμως να γίνει τώρα, έστω με καθυστέρηση.

Είναι δύσκολο εγχείρημα, όχι όμως ακατόρθωτο. Προσωπικά, πιστεύω ότι τα μνημόνια, με τις μεταρρυθμίσεις που προέβλεπαν, επιδίωκαν από την αρχή την δημιουργία των προϋποθέσεων για τον εκσυγχρονισμό και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Εμείς, όμως, δεν είδαμε το πράγμα ποτέ έτσι.  Αντίθετα, το ακατανίκητο πολιτικό κόστος, μας εξωθούσε να κάνουμε το παν για να μην εφαρμόζουμε τα μνημόνια. Συνέπεια αυτής της τακτικής είναι το τελευταίο που είναι το βαρύτερο από όλα τα προηγούμενα. Η κυβέρνηση, αν και με βαριά καρδιά, υποσχέθηκε ότι θα το εφαρμόσει. Όπως πληροφορηθήκαμε πρόσφατα, μόλις προλάβαμε την πτώχευση, με την βοήθεια των Γάλλων, των Ιταλών και των Κυπρίων, αφού όλοι οι υπόλοιποι της Ευρωζώνης είχαν πεισθεί από τον κ. Σόϊμπλε να μας πετάξουν έξω από το Ευρώ.

Προσωπικά, είμαι αισιόδοξος. Πρέπει όμως να το πάρουμε απόφαση. Το χάπι είναι πικρό, αλλά δεν υπάρχει άλλη επιλογή, όπως παραδέχτηκε και ο κ. Τσίπρας, τελευταία. Όσο ταχύτερα υλοποιήσουμε τα προβλεπόμενα μέτρα, τόσο γρηγορότερα θα βγούμε από την κρίση.

Η επιτυχία συνδέεται άμεσα με την δημιουργία του πλαισίου για την ανάπτυξη και στήριξη υγιούς επιχειρηματικότητας. Ημεδαπής ή αλλοδαπής προέλευσης.  Κατά την γνώμη μου, οι άμεσες επενδύσεις από το εξωτερικό είναι πιο σημαντικές για πολλούς λόγους. Γιατί θα φέρουν ρευστότητα στην χώρα, αγαθό σε μεγάλη ανεπάρκεια αυτή την στιγμή, αλλά και γιατί θα εισαγάγουν προηγμένη τεχνολογία και τεχνογνωσία που επίσης χρειζόμαστε πολύ. Παράλληλα, πρέπει να προωθηθούν και οι νέοι Έλληνες επιχειρηματίες, όπως και οι νεοφυείς επιχειρήσεις.

Με την δημιουργία υγιών επιχειρήσεων θα έλθει και η αλλαγή. Το νέο, εξωστρεφές παραγωγικό μοντέλο, που θα φέρει θέσεις εργασίας, εισόδημα για περισσότερους εργαζόμενους, αλλά και έσοδα για το κράτος, ώστε  να ανταποκριθεί στις πραγματικές του αρμοδιότητες. Η οικονομία μας χρειάζεται επιχειρηματίες που βλέπουν μακριά και τολμούν να πάρουν ρίσκα, όπως οι 10 που ξεχώρισαν το 2015, σύμφωνα με την “Ημερησία” της 26/12/15  (βλ. http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=26519&subid=2&pubid=113877792).

Η επιχείρηση είναι ο πυρήνας, η μονάδα μέσα στην οποία παράγεται πλούτος. Για να λειτουργήσει όμως αποτελεσματικά, πρέπει να απαλλάξουμε την οικονομία από τον παρασιτισμό και την διαπλοκή και να προωθήσουμε πάση θυσία την ανάπτυξη ενός σωστού και δίκαιου νομικού πλαισίου για τις επιχειρήσεις, χωρίς παραθυράκια και ευνοϊκές ρυθμίσεις για κανένα.

Ο υγιής ανταγωνισμός θα πρέπει να είναι το κόσκινο για την ανάδειξη των ικανότερων επιχειρηματιών και επιχειρήσεων στην αγορά. Όσο κι’ αν ψάξουμε δεν υπάρχει καλύτερη διαδικασία. Προ παντός δεν είναι λύση οι διαρκείς, άστοχες και μεροληπτικές παρεμβάσεις της διοίκησης και του πολιτικού συστήματος, που έχουν διαμορφώσει το καθεστώς που έχουμε γνωρίσει μέχρι τώρα, που ούτε στα καπιταλιστικά, ούτε στα σοσιαλιστικά, ούτε σε κάποιο άλλο σύστημα μπορούμε να το κατατάξουμε. Πρόκειται μάλλον για ένα μεσοβέζικο πράγμα, ένα σύστημα άκρατου κρατικού παρεμβατισμού που ευνοεί την διαπλοκή και τους εκάστοτε κρατούντες, μαζί με τους δικούς τους, τους ημέτερους, όπως λέμε «τα δικά μας παιδιά», πράσινα, γαλάζια, κόκκινα, ρόζ, δεν έχει σημασία.

Γιάννης Παπαδημητρίου

 

Μνημόνια και ανάπτυξη

Αυτές τις μέρες είναι πάλι στην επικαιρότητα το θέμα της ανάπτυξης της οικονομίας.

Σε σχέση με την συμφωνία για ένα νέο πρόγραμμα διάσωσης (λέγεται και μνημόνιο) γίνεται λόγος για το πακέτο ανάπτυξης Junker ύψους 35 δις Ευρώ.  Το πακέτο αυτό παρουσιάστηκε από τον πρωθυπουργό σαν μια επιτυχία, η οποία αντισταθμίζει σε κάποια έκταση τα σκληρά μέτρα της συμφωνίας.

Αναπτυξιακά «πακέτα» της ΕΕ για την Ελλάδα υπήρξαν στο παρελθόν, όπως θυμόμαστε όλοι, πλείστα όσα. Ήταν φυσικά όλα ευπρόσδεκτα, όπως και το προκείμενο. Από τα Ολοκληρωμένα Μεσογειακά Προγράμματα που θεσπίσθηκαν με την εισήγηση και επιμονή του Ανδρέα Παπανδρέου, τα πακέτα Ντελόρ και άλλα, μέχρι το σημερινό ΕΣΠΑ. Δισεκατομμύρια Ευρώ μπήκαν στην χώρα με τα πακέτα αυτά.

Τί αντίκτυπο είχαν όμως αυτά τα πακέτα στην εθνική μας οικονομία;

Προφανώς η ανάπτυξη της οικονομίας δεν βοηθήθηκε και πολύ. Παρά τον πακτωλό των πακέτων, οι δείκτες οικονομικής δραστηριότητας δεν εξελίχθηκαν ευνοϊκά τις τελευταίες 10ετίες. Για παράδειγμα, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου, που αντικατοπτρίζει κατά κάποιο τρόπο την παραγωγική δύναμη της οικονομίας υπήρξε διαχρονικά εξαιρετικά μεγάλο. Την 10ετία του 2000, φερ’ειπείν, με τις εξαγωγές μας καλύπταμε κατά μέσο όρο μόλις το 30-40% των εισαγωγών μας. Απο τα χαμηλότερα ποσοστά, αν όχι το πιο χαμηλό, στην Ευρωζώνη και στην ΕΕ γενικότερα.

Τί σημαίνει αυτό;

Τα στατιστικά στοιχεία αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα. Η οικονομία μας δεν παρήγαγε ποτέ επαρκή όγκο και ποικιλία διεθνώς εμπορεύσιμων και ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών. Τα εξαγόμενα ελληνικά προϊόντα ήταν διαχρονικά, κατά κανόνα χαμηλού τεχνολογικού επιπέδου, ενώ και η εφαρμογή σύγχρονου μάρκετινγκ από την πλειονότητα των μικρομεσαίων κυρίως εξαγωγέων μας δεν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις των διεθνών αγορών. Αποτέλεσμα ήταν οι εξαγωγές μας να υφίστανται απηνή ανταγωνισμό στις ξένες αγορές, αφού του ίδιου τεχνολογικού επιπέδου προϊόντα προσφέρονται από πολλές άλλες χώρες του κόσμου, εν πολλοίς μάλιστα και χαμηλότερου κόστους.

Η πικρή αυτή παραγματικότητα αποτελεί, κατά την γνώμη μου, το μεγάλο πρόβλημα της οικονομίας μας και ταυτόχρονα την μεγάλη πρόκληση για κάθε ελληνική κυβέρνηση, αλλά και για κάθε Έλληνα που θέλει να νιώθει εθνικά υπερήφανος.

Από την ανάπτυξη της παραγωγικής μηχανής της οικονομίας μας θα εξαρτηθεί η βελτίωση της ζωής μας και η απελευθερωσή μας από μνημόνια, «κακούς» εταίρους, «ταπεινώσεις», «υποταγές» και τα άλλα που ακούμε τελευταία.

Χωρίς ισχυρή οικονομία, μια οικονομία που θα παράγει προϊόντα και υπηρεσίες σε βαθμό που να μπορεί να «πληρώνει» με δική μας προστιθέμενη αξία, δηλαδή με δικό μας «ιδρώτα», με δικό μας εισόδημα, τα προϊόντα και τις υπηρεσίες άλλων χωρών που πρέπει να εισάγουμε, μια οικονομία που σε τελευταία ανάλυση θα προσφέρει θέσεις εργασίας σε όλους μας και δεν θα χρειάζεται να μεταναστεύουμε, είναι η οικονομία στην οποία πρέπει να στοχεύσουμε. Με μια τέτοια οικονομία θα μπορούμε να σταθούμε επί ίσοις όροις με τους εταίρους μας στην ΕΕ, στην Ευρωζώνη και στο σύνολο της διεθνούς κοινότητας, με αξιοπρέπεια και πραγματική εθνική υπερηφάνεια, αφού μόνο τότε θα πάψουμε να είμαστε με το χέρι προτεταμένο για βοήθεια και αλληλεγύη.

Πώς θα πετύχουμε τον στόχο αυτό;

Πάντως, όχι με «πακέτα» ή μόνο με πακέτα ανάπτυξης. Και αυτά είναι αναγκαία, αλλά, για να «πιάσουν τόπο», χρειάζεται προηγουμένως να γίνουν και μερικά άλλα πράγματα, ίσως πολύ πιο σημαντικά.

Θα πρέπει κατ’αρχήν να αλλάξουμε παραγωγικό μοντέλο. Θα πρέπει να υιοθετήσουμε ένα μοντέλο όπου προτεραιότητα θα έχει η παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων και ταυτόχρονα ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών. Αυτό συνεπάγεται ενσωμάτωση περισσότερης υψηλής τεχνολογίας στην παραγωγή μας, προερχόμενη, είτε από δική μας βασική και εφαρμοσμένη έρευνα, είτε από εισαγόμενη, είτε μέσα από άμεσες ξένες επενδύσεις στοχευμένα υψηλής τεχνολογίας. Ταυτόχρονα, πρέπει να διευκολύνουμε και να υποστηρίξουμε παντοιοτρόπως την επιχειρηματικότητα. Η επιχείρηση είναι το κοινωνικό κύτταρο όπου με τον συνδυασμό των παραγωγικών συντελεστών παράγεται πλούτος, εισόδημα.

Ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν αλλάξουμε, αν προσαρμοσθούμε στα νέα δεδομένα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ξεφύγουμε από την νοοτροπία του υπέρμετρου κρατισμού, να φροντίσουμε να απαλλάξουμε την ιδιωτική οικονομία από τον σφιχτό εναγκαλισμό του κράτους, τις πελατειακές σχέσεις, τις κάθε είδους στρεβλώσεις, την διαπλοκή, την διαφθορά.

Αν παραβλέψουμε τα μέτρα για την δημοσιονομική ισορροπία και σταθερότητα, την επίτευξη του στόχου αυτού επιδιώκουν και οι περισσότερες τουλάχιστον από τις μεταρρυθμίσεις που μας προτείνουν ή/και θέλουν να μας επιβάλλουν οι εταίροι μας.

Κανονικά θα έπρεπε όλες αυτές τις μεταρρυθμίσεις να τις κάναμε μόνοι μας. Χωρίς την προτροπή ή έστω τον εξαναγκασμό των Ευρωπαίων εταίρων μας. Εμείς όμως δεν θέλουμε να αλλάξει τίποτε. Ή μάλλον, όλοι μας λέμε ναί στις μεταρρυθμίσεις, αλλά μόνο σε εκείνες που αφορούν τους άλλους. Όχι ότι νομίζουμε ότι θίγει εμάς. Είναι δυνατό όμως να αλλάζουν όλα γύρω μας και εμείς να παραμένουμε αμετακίνητοι στις στρεβλώσεις και τα «κεκτημένα» που κληρονομήσαμε από το παρελθόν;

Είναι τόσο ισχυρά τα συμφέροντα που θέλουν να μας κρατούν δέσμιους του παρελθόντος; Ή μήπως είναι πολύ αδύναμο το πολιτικό κατεστημένο μας και δεν αντέχει στις πιέσεις; Σε τί ωφέλησε όμως το ΠΑΣΟΚ η αποφυγή του πολιτικού κόστους και αργότερα την Νέα Δημοκρατία, όταν μετά τις τελευταίες ευρωεκλογές ο κ. Σαμαράς μετασχημάτισε την κυβέρνησή του προς το «λαϊκότερο»; Αφού το έβλεπαν ότι θα έχαναν στις εκλογές, ας έκαναν τουλάχιστον το σωστό. Θα έμεναν με θετικό πρόσημο στην ιστορία.

Πρέπει να το πάρουμε απόφαση. Το φάρμακο όσο πικρό και να είναι, είναι ανάγκη  να το πάρουμε, γιατί μόνο έτσι θα γίνουμε καλά. Διαφορετικά θα «σερνόμαστε» με το πρόβλημά μας όπως τα 5 χρόνια μέχρι τώρα, στα οποία όπως φαίνεται προστίθενται άλλα 3, δηλαδή σύνολο 8 και βλέπουμε… Και αυτό, ενώ Ιρλανδία και Πορτογαλία που ήταν και αυτές σε μνημόνια έχουν επιστρέψει προ πολλού στην κανονικότητα και προβλέπουν για το 2015 ανάπτυξη 3,6% και 1,6% αντίστοιχα, ενώ και η Ισπανία που εφάρμοσε δικό της μνημόνιο αναπτύσσεται με 2,8%.

Η σύγκρουση με τις ομάδες συμφερόντων, αγνοώντας το πολιτικό κόστος, είναι αναγκαία για την αναπροσαρμογή της ελληνικής οικονομίας με στόχο το νέο παραγωγικό μοντέλο. Όσο πιο γρήγορα το καταλάβουμε αυτό, πολιτικοί και λαός, τόσο γρηγορότερα θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε από την σημερινή μιζέρια και την ανάμειξη των άλλων στα του οίκου μας.

Γιάννης Παπαδημητρίου

22-7-2015

Τρόποι προσέγγισης της εξαγωγικής προσπάθειας

Στην διεθνή αλλά και την Ελληνική πρακτική, μπορεί να διακρίνει κανείς δύο βασικούς τρόπους προσέγγισης της προσπάθειας δραστηριοποίησης στις εξαγωγές. Πρόκειται για τον παθητικό τρόπο και τον δυναμικό ή συστηματικό τρόπο.

Ο παθητικός τρόπος προσέγγισης της εξαγωγικής προσπάθειας

Πρόκειται για την περίπτωση κατά την οποία η επιχείρηση δεν καταβάλλει καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια να ενεργοποιηθεί στις εξαγωγές. Απλά, περιμένει να ανακαλυφθεί από κάποιο ξένο εισαγωγέα, απ’ευθείας ή μέσω κάποιου ενδιάμεσου. Στην καλύτερη των περιπτώσεων μπορεί να απαντήσει σε μια ζήτηση που θα προέλθει από κάποια διαμεσολαβητική πηγή, όπως ένα επιμελητήριο, κάποιο σύνδεσμο, το οικονομικό τμήμα της Ελληνικής πρεσβείας σε μια ξένη χώρα κ.ο.κ. και αν τα πράγματα εξελιχθούν ευνοϊκά και υπάρξει εξαγωγική συναλλαγή, έχει καλώς. Αν όχι, πάλι έχει καλώς.

Ο παθητικός τρόπος προσέγγισης δεν επισύρει μεγάλο πρόσθετο κόστος. Δεν είναι απαραίτητη κάποια σημαντική αναπροσαρμογή του προϊόντος σύμφωνα με τα δεδομένα της ξένης αγοράς. Κατά κανόνα, ο ξένος αγοραστής αποδέχεται το προϊόν όπως είναι. Ένα πρόσθετο κόστος μπορεί να δημιουργηθεί ίσως λόγω ειδικής συσκευασίας απαραίτητης για την μεταφορά.

Όπως είναι φανερό, ο παθητικός τρόπος προσέγγισης της εξαγωγικής προσπάθειας είναι σε μεγάλο βαθμό συνδεμένος με την τύχη. Αν πραγματοποιηθεί κάποια εξαγωγική συναλλαγή, αυτή θα είναι περισσότερο αποτέλεσμα τύχης και όχι αποτέλεσμα συστηματικής προσπάθειας.

Σ’αυτό τον τρόπο προσέγγισης ανήκει, κατά την γνώμη του γράφοντα, λίγο ως πολύ και η περίπτωση που ο επιχειρηματίας αναλαμβάνει κάποιες πρωτοβουλίες, όπως π.χ. να επισκεφθεί ή και να εκθέσει σε μια διεθνή έκθεση στο εξωτερικό, να συμμετάσχει σε μια εμπορική αποστολή υπό την αιγίδα ενός αρμόδιου φορέα ή, εν πάση περιπτώσει, να επιχειρήσει κάτι άλλο προς την κατεύθυνση ανάπτυξης των εξαγωγών του, χωρίς όμως προηγουμένως να έχει μελετήσει, έστω στοιχειωδώς, αυτό που θέλει να κάνει, που και πως θα το κάνει. Η ευκαιριακή αυτή προσέγγιση είναι θα έλεγε κανείς ο κανόνας για πολλές ελληνικές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα μικρομεσαίες.

Παρόλο που πρόκειται για ένα αδύναμο τρόπο, δεν παύει να προσφέρει μια ισχνή έστω δυνατότητα να ενεργοποιηθεί μια επιχείρηση στις εξαγωγές. Αν μάλιστα πραγματοποιηθεί κάποια συναλλαγή αυτή μπορεί να αποτελέσει ένα καλό κίνητρο για την επιχείρηση να καταβάλλει μια πιο συστηματική προσπάθεια στην συνέχεια.

Θεωρώ τον παθητικό τρόπο προσέγγισης ένα ελάχιστο βήμα προς την σωστή κατεύθυνση. Είναι, κατά την γνώμη μου, καλύτερα από το να μένει κανείς εντελώς απαθής και να μην κάνει τίποτε.

Ο δυναμικός ή συστηματικός τρόπος προσέγγισης της εξαγωγικής προσπάθειας

Σε αντίθεση με τον παθητικό τρόπο, χαρακτηρίζουμε δυναμική ή συστηματική προσέγγιση της εξαγωγικής προσπάθειας την περίπτωση κατά την οποία η επιχείρηση αναλαμβάνει σχετικές πρωτοβουλίες από μόνη της και δεν αφήνει τα πράγματα στην τύχη.

Κατά την δυναμική προσέγγιση η επιχείρηση δεσμεύεται να δραστηριοποιηθεί στις εξαγωγές, πράγμα που σημαίνει ότι μελετάει, προγραμματίζει, θέτει στόχους και διαθέτει και τα απαραίτητα μέσα, οικονομικά, ανθρώπινο δυναμικό, εγκαταστάσεις κλπ. για να πετύχει αυτούς τους στόχους.

Ωστόσο, για την επιτυχία στις ξένες αγορές η επιχείρηση χρειάζεται επί πλέον να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες δράσης. Τους κανόνες αυτούς δεν χρειάζεται να τους εφεύρει η ίδια. Έχουν αναπτυχθεί ήδη από άλλες επιχειρήσεις και έχουν υιοθετηθεί και εφαρμόζονται σήμερα από την μεγάλη πλειοψηφία των επιχειρήσεων σε όλο τον κόσμο. Πρόκειται φυσικά για το σύγχρονο μάρκετινγκ.

Σύμφωνα με τους κανόνες του σύγχρονου μάρκετινγκ, η επιχείρηση πρέπει να μελετήσει επισταμένα τις αγορές του εξωτερικού, να επιλέξει εκείνη ή εκείνες στις οποίες θεωρεί ότι διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα, να μελετήσει τους παράγοντες που κατά οποιοδήποτε τρόπο επηρεάζουν την δραστηριοποίησή της στις αγορές αυτές – το μάκρο και μικροπεριβάλλον της (βλ. σχετικές αναρτήσεις σε αυτό το μπλόγκ) – και να καταλήξει στην δημιουργία ενός οδικού χάρτη, ενός σχεδίου εξαγωγών για κάθε αγορά-στόχο.

Το σχέδιο εξαγωγών πρέπει να περιλαμβάνει, εκτός από την απαραίτητη πληροφόρηση, τους στόχους που επιδιώκει η επιχείρηση, την στρατηγική και τις πολιτικές που θα ακολουθήσει για την επίτευξη αυτών των στόχων, τα απαραίτητα μέσα και τέλος ένα χρονοδιάγραμμα δράσεων υλοποίησης και ελέγχου του σχεδίου. Όπως είναι ευνόητο, όλα αυτά απαιτούν βούληση και δέσμευση του επιχειρηματία για εξαγωγική δράση. Και αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ παθητικής και δυναμικής προσέγγισης της εξαγωγικής προσπάθειας.

Γιάννης Παπαδημητρίου

Τα προβλήματα των ελληνικών εξαγωγών

Τα προβλήματα των ελληνικών εξαγωγών.

Εξαγωγές και Τεχνολογία

Όπως είναι γνωστό, οι εξαγωγές δεν ήταν ποτέ μεταξύ των δυνατών πλευρών της ελληνικής οικονομίας. Δυστυχώς, αυτό αποδείχτηκε περίτρανα με την οικονομική κρίση που διέρχεται η χώρα.

Σύμφωνα με τις υποσχέσεις και τις προσδοκίες των ειδικών, η λεγόμενη εσωτερική υποτίμηση θα οδηγούσε στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση των εξαγωγών. Η αύξηση των εξαγωγών θα συνέβαλλε στην αύξηση του ΑΕΠ με αποτέλεσμα την ταχύτερη έξοδο από την κρίση και την επάνοδο στην κανονικότητα.

Αυτό συνέβη πράγματι σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης που είχαν την ίδια ή παρόμοια μοίρα με αυτή της Ελλάδας. Έτσι, οι εξαγωγές της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας, ενώ σημείωσαν κάμψη το 2008, το 2009 άρχισαν να ανακάμπτουν και διατηρούν έκτοτε ανοδική πορεία.

Βέβαια, η ανταγωνιστικότητα είναι μια σύνθετη υπόθεση. Είναι συνάρτηση μιας σειράς παραγόντων, μεταξύ των οποίων ίσως από τους πιο σημαντικούς είναι και το εργατικό κόστος. Υπάρχουν όμως και πολλοί άλλοι, εξ’ίσου ή και λιγότερο σημαντικοί. Θα πρέπει και αυτοί οι άλλοι παράγοντες να συνεισφέρουν θετικά για να επιτευχθεί ο στόχος της ανάπτυξης των εξαγωγών.

Ένας από τους άλλους αυτούς παράγοντες είναι το τεχνολογικό επίπεδο των παραγόμενων στην χώρα προϊόντων. Δυστυχώς, η ελληνική παραγωγή δεν χαρακτηρίζεται για την ενσωμάτωση ιδιαίτερα υψηλής τεχνολογίας. Μέχρι τώρα τουλάχιστον τα ελληνικά προϊόντα είναι κατά κανόνα χαμηλού έως μέσου τεχνολογικού επιπέδου. Τέτοια προϊόντα όμως προσφέρονται από άπειρες άλλες προελεύσεις, ώστε να επικρατεί εξοντωτικός ανταγωνισμός στις διεθνείς αγορές.

Και σαν να μην έφθανε αυτό, οι ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις είναι, στην μεγάλη πλειοψηφία τους, μικρομεσαίου μεγέθους με σοβαρές ελλείψεις σε θέματα οργανωτικής, χρηματοοικονομικής και γενικότερης υποδομής. Ταυτόχρονα και η εφαρμογή σύγχρονου μάρκετινγκ είναι σε μεγάλο βαθμό ανύπαρκτη. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι το συγκριτικό πλεονέκτημα των ελληνικών εξαγόμενων προϊόντων να περιορίζεται στην χαμηλή τιμή.

Η τιμή είναι ο ευκολότερος τρόπος απόκτησης συγκριτικού πλεονεκτήματος, όχι όμως οπωσδήποτε και ο πιο αποτελεσματικός. Σε κάθε περίπτωση πάντως, αυτό το ίδιο συγκριτικό πλεονέκτημα χρησιμοποιούν και όλες οι άλλες χώρες που προσφέρουν χαμηλής τεχνολογίας προϊόντα και ταυτόχρονα για διάφορους λόγους διαθέτουν πολύ χαμηλό εργατικό κόστος, πράγμα που δεν συμβαίνει από πολλού στην χώρα μας.

Η λύση βρίσκεται λοιπόν στην παραγωγή προϊόντων υψηλής τεχνολογίας. Πως όμως θα γίνει αυτό; Κατά την γνώμη μου υπάρχουν δύο τρόποι. Ή να αναπτύξουμε τα προϊόντα αυτά μόνοι μας, μέσα από έρευνα και ανάπτυξη (R&D) δική μας ή να τα αποκτήσουμε μέσα από προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων.

Ο πρώτος τρόπος, μολονότι πραγματοποιήσιμος, αφού ικανοί Έλληνες ερευνητές και γενικά επιστήμονες αφθονούν τόσο στα ελληνικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα όσο και στο εξωτερικό, θα απαιτήσει σημαντικό χρόνο, αφού θα χρειασθεί ισχυρή πολιτική βούληση και ευρεία συναίνεση για να δημιουργηθεί το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο για βασική, όσο και εφαρμοσμένη έρευνα σε απ’ευθείας σύνδεση με την βιομηχανία και την παραγωγή. Επιτυχημένα παραδείγματα άλλων χωρών προς μελέτη υπάρχουν πλείστα όσα. Αποκαλυπτικό είναι το παράδειγμα του Ισραήλ (βλ. παρακάτω προτεινόμενο για ανάγνωση άρθρο).

Ο δεύτερος τρόπος έγκειται στην προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων. Ωστόσο, όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι για να μπορέσουμε να προσελκύσουμε άμεσες ξένες επενδύσεις πρέπει να αλλάξουν ακόμα πολλά στην χώρα, ώστε να αποκτήσει το απαιτούμενο θεσμικό, οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο που θα είναι ελκυστικό για τους ξένους επενδυτές. Πρέπει να γίνουμε ρεαλιστές και να ξεφύγουμε από νοοτροπίες του τύπου «δεν θα γίνουμε Ιρλανδία».

Αντίθετα, το παράδειγμα της Ιρλανδίας αρκεί για να πεισθεί κανείς για την αποτελεσματικότητα των άμεσων ξένων επενδύσεων στην οικονομική ανάπτυξη και την ανάπτυξη των εξαγωγών. Ένα άλλο ισχυρό παράδειγμα αποτελεί η Τσεχία, στην οποία, κατά την 15ετία μετά τις αλλαγές στο πολιτικό καθεστώς, εισέρευσαν πάνω από 70 δισ. δολάρια άμεσες ξένες επενδύσεις, σε κλάδους όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, η πληροφορική, τα ηλεκτρονικά, η ηλεκτροβιομηχανία, οι κατασκευές μηχανών κ.ά. Και όλα αυτά σχεδόν χωρίς χρηματοοικονομικά κίνητρα.

Η Ιρλανδία, όπως είναι γνωστό, έπεσε στην δίνη της κρίσης λόγω ανοιγμάτων των τραπεζών της και όχι λόγω δημοσιονομικών προβλημάτων ή προβλημάτων στο ισοζύγιο πληρωμών, όπως η Ελλάδα. Ήδη όμως λόγω της ύπαρξης παραγωγικού δυναμικού υψηλής τεχνολογίας χάρη στις άμεσες ξένες επενδύσεις, οι εξαγωγές της ανέκαμψαν και βοήθησαν στην επάνοδο στην κανονικότητα.

Κατά την γνώμη μου δεν υπάρχει πραγματικό δίλημμα μεταξύ των δύο τρόπων ανάπτυξης υψηλών τεχνολογικά προϊόντων. Και οι δύο μπορούν και πρέπει να συνυπάρξουν. Άλλωστε, μεταξύ τους υπάρχει μεγάλη αλληλεξάρτηση. Ο ένας χρειάζεται και ταυτόχρονα βοηθάει τον άλλο.

Γιάννης Παπαδημητρίου

http://www.capital.gr/Articles.asp?id=2172083

Tag Cloud

%d bloggers like this: